Conjugation of επιθεωρώ
e.pi.θe.oˈɾoδιενεργώ (επίσημο) έλεγχο, προκειμένου να ελεγχθεί η εύρυθμη και σωστή λειτουργία κάποιου πράγματος ή δομής Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | επιθεωρώ |
| εσύ | επιθεωρείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιθεωρεί |
| εμείς | επιθεωρούμε |
| εσείς | επιθεωρείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιθεωρούν |
Παρατατικός
| εγώ | επιθεωρούσα |
| εσύ | επιθεωρούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιθεωρούσε |
| εμείς | επιθεωρούσαμε |
| εσείς | επιθεωρούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιθεωρούσαν |
Αόριστος
| εγώ | επιθεώρησα |
| εσύ | επιθεώρησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιθεώρησε |
| εμείς | επιθεωρήσαμε |
| εσείς | επιθεωρήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιθεώρησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα επιθεωρήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | επιθεωρήσω |
| εσύ | επιθεωρήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιθεωρήσει |
| εμείς | επιθεωρήσουμε |
| εσείς | επιθεωρήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιθεωρήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | επιθεωρείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | επιθεώρησε |
| εσείς | επιθεωρήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | επιθεωρήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | επιθεωρούμαι |
| εσύ | επιθεωρείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιθεωρείται |
| εμείς | επιθεωρούμαστε |
| εσείς | επιθεωρείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιθεωρούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | επιθεωρούνταν |
| εμείς | επιθεωρούμασταν |
| εσείς | [επιθεωρούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιθεωρούνταν |
Αόριστος
| εγώ | επιθεωρήθηκα |
| εσύ | επιθεωρήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιθεωρήθηκε |
| εμείς | επιθεωρηθήκαμε |
| εσείς | επιθεωρηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιθεωρήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα επιθεωρηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | επιθεωρηθώ |
| εσύ | επιθεωρηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιθεωρηθεί |
| εμείς | επιθεωρηθούμε |
| εσείς | επιθεωρηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιθεωρηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | επιθεωρείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | επιθεωρήσου |
| εσείς | επιθεωρηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | επιθεωρηθεί |