HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← επιθεωρώ — definition

Conjugation of επιθεωρώ

Regular CEFR B2
e.pi.θe.oˈɾo

διενεργώ (επίσημο) έλεγχο, προκειμένου να ελεγχθεί η εύρυθμη και σωστή λειτουργία κάποιου πράγματος ή δομής Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επιθεωρώ
εσύ επιθεωρείς
αυτός / αυτή / αυτό επιθεωρεί
εμείς επιθεωρούμε
εσείς επιθεωρείτε
αυτοί / αυτές / αυτά επιθεωρούν
Παρατατικός
εγώ επιθεωρούσα
εσύ επιθεωρούσες
αυτός / αυτή / αυτό επιθεωρούσε
εμείς επιθεωρούσαμε
εσείς επιθεωρούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά επιθεωρούσαν
Αόριστος
εγώ επιθεώρησα
εσύ επιθεώρησες
αυτός / αυτή / αυτό επιθεώρησε
εμείς επιθεωρήσαμε
εσείς επιθεωρήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά επιθεώρησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επιθεωρήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επιθεωρήσω
εσύ επιθεωρήσεις
αυτός / αυτή / αυτό επιθεωρήσει
εμείς επιθεωρήσουμε
εσείς επιθεωρήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά επιθεωρήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς επιθεωρείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επιθεώρησε
εσείς επιθεωρήστε
Απαρέμφατο αορίστου
επιθεωρήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επιθεωρούμαι
εσύ επιθεωρείσαι
αυτός / αυτή / αυτό επιθεωρείται
εμείς επιθεωρούμαστε
εσείς επιθεωρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά επιθεωρούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό επιθεωρούνταν
εμείς επιθεωρούμασταν
εσείς [επιθεωρούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά επιθεωρούνταν
Αόριστος
εγώ επιθεωρήθηκα
εσύ επιθεωρήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό επιθεωρήθηκε
εμείς επιθεωρηθήκαμε
εσείς επιθεωρηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά επιθεωρήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επιθεωρηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επιθεωρηθώ
εσύ επιθεωρηθείς
αυτός / αυτή / αυτό επιθεωρηθεί
εμείς επιθεωρηθούμε
εσείς επιθεωρηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά επιθεωρηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς επιθεωρείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επιθεωρήσου
εσείς επιθεωρηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
επιθεωρηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary