HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← επιζώ — definition

Conjugation of επιζώ

Regular CEFR B1
e.piˈzo

εξακολουθώ να ζω μετά το θάνατο κάποιου, διαφεύγω το θάνατο «από τους καταπλακωθέντες από τον τοίχο δυο μόνο επέζησαν». Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επιζώ
εσύ επιζείς
αυτός / αυτή / αυτό επιζεί
εμείς επιζούμε
εσείς επιζείτε
αυτοί / αυτές / αυτά επιζούν
Παρατατικός
εγώ επιζούσα
εσύ επιζούσες
αυτός / αυτή / αυτό επιζούσε
εμείς επιζούσαμε
εσείς επιζούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά επιζούσαν
Αόριστος
εγώ επέζησα
εσύ επέζησες
αυτός / αυτή / αυτό επέζησε
εμείς επιζήσαμε
εσείς επιζήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά επέζησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επιζήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επιζήσω
εσύ επιζήσεις
αυτός / αυτή / αυτό επιζήσει
εμείς επιζήσουμε
εσείς επιζήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά επιζήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς επιζείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επέζησε
εσείς επιζήστε
Απαρέμφατο αορίστου
επιζήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary