Conjugation of επιζώ
e.piˈzoεξακολουθώ να ζω μετά το θάνατο κάποιου, διαφεύγω το θάνατο «από τους καταπλακωθέντες από τον τοίχο δυο μόνο επέζησαν». Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | επιζώ |
| εσύ | επιζείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιζεί |
| εμείς | επιζούμε |
| εσείς | επιζείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιζούν |
Παρατατικός
| εγώ | επιζούσα |
| εσύ | επιζούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιζούσε |
| εμείς | επιζούσαμε |
| εσείς | επιζούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιζούσαν |
Αόριστος
| εγώ | επέζησα |
| εσύ | επέζησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επέζησε |
| εμείς | επιζήσαμε |
| εσείς | επιζήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επέζησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα επιζήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | επιζήσω |
| εσύ | επιζήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιζήσει |
| εμείς | επιζήσουμε |
| εσείς | επιζήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιζήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | επιζείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | επέζησε |
| εσείς | επιζήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | επιζήσει |