HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← επιδρώ — definition

Conjugation of επιδρώ

Regular CEFR B1
e.piˈðɾo

επηρεάζω κάποιον ή κάτι στη συμπεριφορά, τη δράση ή τη λειτουργία του Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επιδρώ
εσύ επιδράς
αυτός / αυτή / αυτό επιδρά
εμείς επιδρούμε
εσείς επιδράτε
αυτοί / αυτές / αυτά επιδρούν
Παρατατικός
εγώ επιδρούσα
εσύ επιδρούσες
αυτός / αυτή / αυτό επιδρούσε
εμείς επιδρούσαμε
εσείς επιδρούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά επιδρούσαν
Αόριστος
εγώ επέδρασα
εσύ επέδρασες
αυτός / αυτή / αυτό επέδρασε
εμείς επιδράσαμε
εσείς επιδράσατε
αυτοί / αυτές / αυτά επέδρασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επιδράσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επιδράσω
εσύ επιδράσεις
αυτός / αυτή / αυτό επιδράσει
εμείς επιδράσουμε
εσείς επιδράσετε
αυτοί / αυτές / αυτά επιδράσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς επιδράτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επίδρασε
εσείς επιδράστε
Απαρέμφατο αορίστου
επιδράσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary