Conjugation of επιβλέπω
e.piˈvle.poέχω την επιμέλεια μιας εργασίας και καθοδηγώ τους άλλους, ώστε να την εκτελέσουν σωστά Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | επιβλέπω |
| εσύ | επιβλέπεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιβλέπει |
| εμείς | επιβλέπουμε |
| εσείς | επιβλέπετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιβλέπουν |
Παρατατικός
| εγώ | επέβλεπα |
| εσύ | επέβλεπες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επέβλεπε |
| εμείς | επιβλέπαμε |
| εσείς | επιβλέπατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επέβλεπαν |
Αόριστος
| εγώ | επέβλεψα |
| εσύ | επέβλεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επέβλεψε |
| εμείς | επιβλέψαμε |
| εσείς | επιβλέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επέβλεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα επιβλέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | επιβλέψω |
| εσύ | επιβλέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιβλέψει |
| εμείς | επιβλέψουμε |
| εσείς | επιβλέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιβλέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | επίβλεπε |
| εσείς | επιβλέπετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | επίβλεψε |
| εσείς | επιβλέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | επιβλέψει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.