HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← επιβλέπω — definition

Conjugation of επιβλέπω

Regular CEFR C2
e.piˈvle.po

έχω την επιμέλεια μιας εργασίας και καθοδηγώ τους άλλους, ώστε να την εκτελέσουν σωστά Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επιβλέπω
εσύ επιβλέπεις
αυτός / αυτή / αυτό επιβλέπει
εμείς επιβλέπουμε
εσείς επιβλέπετε
αυτοί / αυτές / αυτά επιβλέπουν
Παρατατικός
εγώ επέβλεπα
εσύ επέβλεπες
αυτός / αυτή / αυτό επέβλεπε
εμείς επιβλέπαμε
εσείς επιβλέπατε
αυτοί / αυτές / αυτά επέβλεπαν
Αόριστος
εγώ επέβλεψα
εσύ επέβλεψες
αυτός / αυτή / αυτό επέβλεψε
εμείς επιβλέψαμε
εσείς επιβλέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά επέβλεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επιβλέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επιβλέψω
εσύ επιβλέψεις
αυτός / αυτή / αυτό επιβλέψει
εμείς επιβλέψουμε
εσείς επιβλέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά επιβλέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ επίβλεπε
εσείς επιβλέπετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επίβλεψε
εσείς επιβλέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
επιβλέψει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary