HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← επιβιβάζω — definition

Conjugation of επιβιβάζω

Regular CEFR B2
e.pi.viˈva.zo

ανεβάζω (και εγκαθιστώ) κάποιον σε όχημα, προκειμένου να μετακινηθεί σε άλλο μέρος Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επιβιβάζω
εσύ επιβιβάζεις
αυτός / αυτή / αυτό επιβιβάζει
εμείς επιβιβάζουμε
εσείς επιβιβάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά επιβιβάζουν
Παρατατικός
εγώ επιβίβαζα
εσύ επιβίβαζες
αυτός / αυτή / αυτό επιβίβαζε
εμείς επιβιβάζαμε
εσείς επιβιβάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά επιβίβαζαν
Αόριστος
εγώ επιβίβασα
εσύ επιβίβασες
αυτός / αυτή / αυτό επιβίβασε
εμείς επιβιβάσαμε
εσείς επιβιβάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά επιβίβασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επιβιβάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επιβιβάσω
εσύ επιβιβάσεις
αυτός / αυτή / αυτό επιβιβάσει
εμείς επιβιβάσουμε
εσείς επιβιβάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά επιβιβάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ επιβίβαζε
εσείς επιβιβάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επιβίβασε
εσείς επιβιβάστε
Απαρέμφατο αορίστου
επιβιβάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επιβιβάζομαι
εσύ επιβιβάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό επιβιβάζεται
εμείς επιβιβαζόμαστε
εσείς επιβιβάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά επιβιβάζονται
Παρατατικός
εγώ επιβιβαζόμουν
εσύ επιβιβαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό επιβιβαζόταν
εμείς επιβιβαζόμασταν
εσείς επιβιβαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά επιβιβάζονταν
Αόριστος
εγώ επιβιβάστηκα
εσύ επιβιβάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό επιβιβάστηκε
εμείς επιβιβαστήκαμε
εσείς επιβιβαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά επιβιβάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επιβιβαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επιβιβαστώ
εσύ επιβιβαστείς
αυτός / αυτή / αυτό επιβιβαστεί
εμείς επιβιβαστούμε
εσείς επιβιβαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά επιβιβαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς επιβιβάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επιβιβάσου
εσείς επιβιβαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
επιβιβαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary