Conjugation of επιβιβάζω
e.pi.viˈva.zoανεβάζω (και εγκαθιστώ) κάποιον σε όχημα, προκειμένου να μετακινηθεί σε άλλο μέρος Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | επιβιβάζω |
| εσύ | επιβιβάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιβιβάζει |
| εμείς | επιβιβάζουμε |
| εσείς | επιβιβάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιβιβάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | επιβίβαζα |
| εσύ | επιβίβαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιβίβαζε |
| εμείς | επιβιβάζαμε |
| εσείς | επιβιβάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιβίβαζαν |
Αόριστος
| εγώ | επιβίβασα |
| εσύ | επιβίβασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιβίβασε |
| εμείς | επιβιβάσαμε |
| εσείς | επιβιβάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιβίβασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα επιβιβάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | επιβιβάσω |
| εσύ | επιβιβάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιβιβάσει |
| εμείς | επιβιβάσουμε |
| εσείς | επιβιβάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιβιβάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | επιβίβαζε |
| εσείς | επιβιβάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | επιβίβασε |
| εσείς | επιβιβάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | επιβιβάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | επιβιβάζομαι |
| εσύ | επιβιβάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιβιβάζεται |
| εμείς | επιβιβαζόμαστε |
| εσείς | επιβιβάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιβιβάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | επιβιβαζόμουν |
| εσύ | επιβιβαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιβιβαζόταν |
| εμείς | επιβιβαζόμασταν |
| εσείς | επιβιβαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιβιβάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | επιβιβάστηκα |
| εσύ | επιβιβάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιβιβάστηκε |
| εμείς | επιβιβαστήκαμε |
| εσείς | επιβιβαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιβιβάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα επιβιβαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | επιβιβαστώ |
| εσύ | επιβιβαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιβιβαστεί |
| εμείς | επιβιβαστούμε |
| εσείς | επιβιβαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιβιβαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | επιβιβάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | επιβιβάσου |
| εσείς | επιβιβαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | επιβιβαστεί |