HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← επιβαρύνω — definition

Conjugation of επιβαρύνω

Regular CEFR B2
e.pi.vaˈɾi.no

αυξάνω (το χρέος, το αρχικό ποσό κ.λπ.), χρεώνω περισσότερα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επιβαρύνω
εσύ επιβαρύνεις
αυτός / αυτή / αυτό επιβαρύνει
εμείς επιβαρύνουμε
εσείς επιβαρύνετε
αυτοί / αυτές / αυτά επιβαρύνουν
Παρατατικός
εγώ επιβάρυνα
εσύ επιβάρυνες
αυτός / αυτή / αυτό επιβάρυνε
εμείς επιβαρύναμε
εσείς επιβαρύνατε
αυτοί / αυτές / αυτά επιβάρυναν
Αόριστος
εγώ επιβάρυνα
εσύ επιβάρυνες
αυτός / αυτή / αυτό επιβάρυνε
εμείς επιβαρύναμε
εσείς επιβαρύνατε
αυτοί / αυτές / αυτά επιβάρυναν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επιβαρύνω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επιβαρύνω
εσύ επιβαρύνεις
αυτός / αυτή / αυτό επιβαρύνει
εμείς επιβαρύνουμε
εσείς επιβαρύνετε
αυτοί / αυτές / αυτά επιβαρύνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ επιβάρυνε
εσείς επιβαρύνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επιβάρυνε
εσείς επιβαρύνετε
Απαρέμφατο αορίστου
επιβαρύνει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επιβαρύνομαι
εσύ επιβαρύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό επιβαρύνεται
εμείς επιβαρυνόμαστε
εσείς επιβαρύνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά επιβαρύνονται
Παρατατικός
εγώ επιβαρυνόμουν
εσύ επιβαρυνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό επιβαρυνόταν
εμείς επιβαρυνόμασταν
εσείς επιβαρυνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά επιβαρύνονταν
Αόριστος
εγώ επιβαρύνθηκα
εσύ επιβαρύνθηκες
αυτός / αυτή / αυτό επιβαρύνθηκε
εμείς επιβαρυνθήκαμε
εσείς επιβαρυνθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά επιβαρύνθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επιβαρυνθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επιβαρυνθώ
εσύ επιβαρυνθείς
αυτός / αυτή / αυτό επιβαρυνθεί
εμείς επιβαρυνθούμε
εσείς επιβαρυνθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά επιβαρυνθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς επιβαρύνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επιβαρύνσου
εσείς επιβαρυνθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
επιβαρυνθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary