Conjugation of επιβαρύνω
e.pi.vaˈɾi.noαυξάνω (το χρέος, το αρχικό ποσό κ.λπ.), χρεώνω περισσότερα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | επιβαρύνω |
| εσύ | επιβαρύνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιβαρύνει |
| εμείς | επιβαρύνουμε |
| εσείς | επιβαρύνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιβαρύνουν |
Παρατατικός
| εγώ | επιβάρυνα |
| εσύ | επιβάρυνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιβάρυνε |
| εμείς | επιβαρύναμε |
| εσείς | επιβαρύνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιβάρυναν |
Αόριστος
| εγώ | επιβάρυνα |
| εσύ | επιβάρυνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιβάρυνε |
| εμείς | επιβαρύναμε |
| εσείς | επιβαρύνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιβάρυναν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα επιβαρύνω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | επιβαρύνω |
| εσύ | επιβαρύνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιβαρύνει |
| εμείς | επιβαρύνουμε |
| εσείς | επιβαρύνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιβαρύνουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | επιβάρυνε |
| εσείς | επιβαρύνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | επιβάρυνε |
| εσείς | επιβαρύνετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | επιβαρύνει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | επιβαρύνομαι |
| εσύ | επιβαρύνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιβαρύνεται |
| εμείς | επιβαρυνόμαστε |
| εσείς | επιβαρύνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιβαρύνονται |
Παρατατικός
| εγώ | επιβαρυνόμουν |
| εσύ | επιβαρυνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιβαρυνόταν |
| εμείς | επιβαρυνόμασταν |
| εσείς | επιβαρυνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιβαρύνονταν |
Αόριστος
| εγώ | επιβαρύνθηκα |
| εσύ | επιβαρύνθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιβαρύνθηκε |
| εμείς | επιβαρυνθήκαμε |
| εσείς | επιβαρυνθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιβαρύνθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα επιβαρυνθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | επιβαρυνθώ |
| εσύ | επιβαρυνθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιβαρυνθεί |
| εμείς | επιβαρυνθούμε |
| εσείς | επιβαρυνθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιβαρυνθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | επιβαρύνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | επιβαρύνσου |
| εσείς | επιβαρυνθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | επιβαρυνθεί |