HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← επηρεάζω — definition

Conjugation of επηρεάζω

Regular CEFR B2
e.pi.ɾeˈa.zo

επιδρώ, διαμορφώνω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επηρεάζω
εσύ επηρεάζεις
αυτός / αυτή / αυτό επηρεάζει
εμείς επηρεάζουμε
εσείς επηρεάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά επηρεάζουν
Παρατατικός
εγώ επηρέαζα
εσύ επηρέαζες
αυτός / αυτή / αυτό επηρέαζε
εμείς επηρεάζαμε
εσείς επηρεάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά επηρέαζαν
Αόριστος
εγώ επηρέασα
εσύ επηρέασες
αυτός / αυτή / αυτό επηρέασε
εμείς επηρεάσαμε
εσείς επηρεάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά επηρέασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επηρεάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επηρεάσω
εσύ επηρεάσεις
αυτός / αυτή / αυτό επηρεάσει
εμείς επηρεάσουμε
εσείς επηρεάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά επηρεάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ επηρέαζε
εσείς επηρεάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επηρέασε
εσείς επηρεάστε
Απαρέμφατο αορίστου
επηρεάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επηρεάζομαι
εσύ επηρεάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό επηρεάζεται
εμείς επηρεαζόμαστε
εσείς επηρεάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά επηρεάζονται
Παρατατικός
εγώ επηρεαζόμουν
εσύ επηρεαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό επηρεαζόταν
εμείς επηρεαζόμασταν
εσείς επηρεαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά επηρεάζονταν
Αόριστος
εγώ επηρεάστηκα
εσύ επηρεάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό επηρεάστηκε
εμείς επηρεαστήκαμε
εσείς επηρεαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά επηρεάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επηρεαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επηρεαστώ
εσύ επηρεαστείς
αυτός / αυτή / αυτό επηρεαστεί
εμείς επηρεαστούμε
εσείς επηρεαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά επηρεαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς επηρεάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επηρεάσου
εσείς επηρεαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
επηρεαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary