HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← επευφημώ — definition

Conjugation of επευφημώ

Regular CEFR B2
e.pe.fiˈmo

φωνάζω ή κραυγάζω μ’ ενθουσιασμό, προκειμένου να επιδοκιμάσω κάποιον ή κάτι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επευφημώ
εσύ επευφημείς
αυτός / αυτή / αυτό επευφημεί
εμείς επευφημούμε
εσείς επευφημείτε
αυτοί / αυτές / αυτά επευφημούν
Παρατατικός
εγώ επευφημούσα
εσύ επευφημούσες
αυτός / αυτή / αυτό επευφημούσε
εμείς επευφημούσαμε
εσείς επευφημούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά επευφημούσαν
Αόριστος
εγώ επευφήμησα
εσύ επευφήμησες
αυτός / αυτή / αυτό επευφήμησε
εμείς επευφημήσαμε
εσείς επευφημήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά επευφήμησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επευφημήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επευφημήσω
εσύ επευφημήσεις
αυτός / αυτή / αυτό επευφημήσει
εμείς επευφημήσουμε
εσείς επευφημήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά επευφημήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς επευφημείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επευφήμησε
εσείς επευφημήστε
Απαρέμφατο αορίστου
επευφημήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επευφημούμαι
εσύ επευφημείσαι
αυτός / αυτή / αυτό επευφημείται
εμείς επευφημούμαστε
εσείς επευφημείστε
αυτοί / αυτές / αυτά επευφημούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό επευφημούνταν
εμείς επευφημούμασταν
εσείς [επευφημούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά επευφημούνταν
Αόριστος
εγώ επευφημήθηκα
εσύ επευφημήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό επευφημήθηκε
εμείς επευφημηθήκαμε
εσείς επευφημηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά επευφημήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επευφημηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επευφημηθώ
εσύ επευφημηθείς
αυτός / αυτή / αυτό επευφημηθεί
εμείς επευφημηθούμε
εσείς επευφημηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά επευφημηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς επευφημείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επευφημήσου
εσείς επευφημηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
επευφημηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary