Conjugation of επευφημώ
e.pe.fiˈmoφωνάζω ή κραυγάζω μ’ ενθουσιασμό, προκειμένου να επιδοκιμάσω κάποιον ή κάτι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | επευφημώ |
| εσύ | επευφημείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | επευφημεί |
| εμείς | επευφημούμε |
| εσείς | επευφημείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επευφημούν |
Παρατατικός
| εγώ | επευφημούσα |
| εσύ | επευφημούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επευφημούσε |
| εμείς | επευφημούσαμε |
| εσείς | επευφημούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επευφημούσαν |
Αόριστος
| εγώ | επευφήμησα |
| εσύ | επευφήμησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επευφήμησε |
| εμείς | επευφημήσαμε |
| εσείς | επευφημήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επευφήμησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα επευφημήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | επευφημήσω |
| εσύ | επευφημήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | επευφημήσει |
| εμείς | επευφημήσουμε |
| εσείς | επευφημήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επευφημήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | επευφημείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | επευφήμησε |
| εσείς | επευφημήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | επευφημήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | επευφημούμαι |
| εσύ | επευφημείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | επευφημείται |
| εμείς | επευφημούμαστε |
| εσείς | επευφημείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επευφημούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | επευφημούνταν |
| εμείς | επευφημούμασταν |
| εσείς | [επευφημούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επευφημούνταν |
Αόριστος
| εγώ | επευφημήθηκα |
| εσύ | επευφημήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επευφημήθηκε |
| εμείς | επευφημηθήκαμε |
| εσείς | επευφημηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επευφημήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα επευφημηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | επευφημηθώ |
| εσύ | επευφημηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | επευφημηθεί |
| εμείς | επευφημηθούμε |
| εσείς | επευφημηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επευφημηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | επευφημείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | επευφημήσου |
| εσείς | επευφημηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | επευφημηθεί |