HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← επεμβαίνω — definition

Conjugation of επεμβαίνω

Regular CEFR C2
e.peɱˈve.no

ενεργώ προκειμένου να αλλάξω ή να επηρεάσω κάτι (μια κατάσταση κ.λπ.) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επεμβαίνω
εσύ επεμβαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό επεμβαίνει
εμείς επεμβαίνουμε
εσείς επεμβαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά επεμβαίνουν
Παρατατικός
εγώ επενέβαινα
εσύ επενέβαινες
αυτός / αυτή / αυτό επενέβαινε
εμείς επεμβαίναμε
εσείς επεμβαίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά επενέβαιναν
Αόριστος
εγώ [{επενέβην}]
εσύ [{επενέβης}]
εμείς [{επενέβημεν}]
εσείς [{επενέβητε}]
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επέμβω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επέμβω
εσύ επέμβεις
αυτός / αυτή / αυτό επέμβει
εμείς επέμβουμε
εσείς επέμβετε
αυτοί / αυτές / αυτά επέμβουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς επεμβαίνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς επέμβετε
Απαρέμφατο αορίστου
επέμβει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary