Conjugation of επεμβαίνω
e.peɱˈve.noενεργώ προκειμένου να αλλάξω ή να επηρεάσω κάτι (μια κατάσταση κ.λπ.) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | επεμβαίνω |
| εσύ | επεμβαίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | επεμβαίνει |
| εμείς | επεμβαίνουμε |
| εσείς | επεμβαίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επεμβαίνουν |
Παρατατικός
| εγώ | επενέβαινα |
| εσύ | επενέβαινες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επενέβαινε |
| εμείς | επεμβαίναμε |
| εσείς | επεμβαίνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επενέβαιναν |
Αόριστος
| εγώ | [{επενέβην}] |
| εσύ | [{επενέβης}] |
| εμείς | [{επενέβημεν}] |
| εσείς | [{επενέβητε}] |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα επέμβω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | επέμβω |
| εσύ | επέμβεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | επέμβει |
| εμείς | επέμβουμε |
| εσείς | επέμβετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επέμβουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | επεμβαίνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | επέμβετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | επέμβει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.