Conjugation of επαναφέρω
e.pa.naˈfe.ɾoφέρνω κάποιον ή κάτι στην προηγούμενη θέση του Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | επαναφέρω |
| εσύ | επαναφέρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | επαναφέρει |
| εμείς | επαναφέρουμε |
| εσείς | επαναφέρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επαναφέρουν |
Παρατατικός
| εγώ | επανέφερα |
| εσύ | επανέφερες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επανέφερε |
| εμείς | επαναφέραμε |
| εσείς | επαναφέρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επανέφεραν |
Αόριστος
| εγώ | επανέφερα |
| εσύ | επανέφερες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επανέφερε |
| εμείς | επαναφέραμε |
| εσείς | επαναφέρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επανέφεραν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα επαναφέρω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | επαναφέρω |
| εσύ | επαναφέρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | επαναφέρει |
| εμείς | επαναφέρουμε |
| εσείς | επαναφέρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επαναφέρουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | επανάφερε |
| εσείς | επαναφέρετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | επανάφερε |
| εσείς | επαναφέρετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | επαναφέρει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | επαναφέρομαι |
| εσύ | επαναφέρεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | επαναφέρεται |
| εμείς | επαναφερόμαστε |
| εσείς | επαναφέρεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επαναφέρονται |
Παρατατικός
| εγώ | επαναφερόμουν |
| εσύ | επαναφερόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | επαναφερόταν |
| εμείς | επαναφερόμασταν |
| εσείς | επαναφερόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επαναφέρονταν |
Αόριστος
| εγώ | επαναφέρθηκα |
| εσύ | επαναφέρθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επαναφέρθηκε |
| εμείς | επαναφερθήκαμε |
| εσείς | επαναφερθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επαναφέρθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα επαναφερθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | επαναφερθώ |
| εσύ | επαναφερθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | επαναφερθεί |
| εμείς | επαναφερθούμε |
| εσείς | επαναφερθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επαναφερθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | επαναφέρεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | επαναφέρσου |
| εσείς | επαναφερθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | επαναφερθεί |