HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← επαναφέρω — definition

Conjugation of επαναφέρω

Regular CEFR C2
e.pa.naˈfe.ɾo

φέρνω κάποιον ή κάτι στην προηγούμενη θέση του Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επαναφέρω
εσύ επαναφέρεις
αυτός / αυτή / αυτό επαναφέρει
εμείς επαναφέρουμε
εσείς επαναφέρετε
αυτοί / αυτές / αυτά επαναφέρουν
Παρατατικός
εγώ επανέφερα
εσύ επανέφερες
αυτός / αυτή / αυτό επανέφερε
εμείς επαναφέραμε
εσείς επαναφέρατε
αυτοί / αυτές / αυτά επανέφεραν
Αόριστος
εγώ επανέφερα
εσύ επανέφερες
αυτός / αυτή / αυτό επανέφερε
εμείς επαναφέραμε
εσείς επαναφέρατε
αυτοί / αυτές / αυτά επανέφεραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επαναφέρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επαναφέρω
εσύ επαναφέρεις
αυτός / αυτή / αυτό επαναφέρει
εμείς επαναφέρουμε
εσείς επαναφέρετε
αυτοί / αυτές / αυτά επαναφέρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ επανάφερε
εσείς επαναφέρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επανάφερε
εσείς επαναφέρετε
Απαρέμφατο αορίστου
επαναφέρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επαναφέρομαι
εσύ επαναφέρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό επαναφέρεται
εμείς επαναφερόμαστε
εσείς επαναφέρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά επαναφέρονται
Παρατατικός
εγώ επαναφερόμουν
εσύ επαναφερόσουν
αυτός / αυτή / αυτό επαναφερόταν
εμείς επαναφερόμασταν
εσείς επαναφερόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά επαναφέρονταν
Αόριστος
εγώ επαναφέρθηκα
εσύ επαναφέρθηκες
αυτός / αυτή / αυτό επαναφέρθηκε
εμείς επαναφερθήκαμε
εσείς επαναφερθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά επαναφέρθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επαναφερθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επαναφερθώ
εσύ επαναφερθείς
αυτός / αυτή / αυτό επαναφερθεί
εμείς επαναφερθούμε
εσείς επαναφερθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά επαναφερθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς επαναφέρεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επαναφέρσου
εσείς επαναφερθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
επαναφερθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary