HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← επαλείφω — definition

Conjugation of επαλείφω

Regular CEFR B2
e.paˈli.fo

αλείφω ομοιόμορφα με παχύρρευστη ουσία μια επιφάνεια Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επαλείφω
εσύ επαλείφεις
αυτός / αυτή / αυτό επαλείφει
εμείς επαλείφουμε
εσείς επαλείφετε
αυτοί / αυτές / αυτά επαλείφουν[ε]
Παρατατικός
εγώ επάλειφα
εσύ επάλειφες
αυτός / αυτή / αυτό επάλειφε
εμείς επαλείφαμε
εσείς επαλείφατε
αυτοί / αυτές / αυτά επάλειφαν
Αόριστος
εγώ επάλειψα
εσύ επάλειψες
αυτός / αυτή / αυτό επάλειψε
εμείς επαλείψαμε
εσείς επαλείψατε
αυτοί / αυτές / αυτά επάλειψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επαλείψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επαλείψω
εσύ επαλείψεις
αυτός / αυτή / αυτό επαλείψει
εμείς επαλείψουμε
εσείς επαλείψετε
αυτοί / αυτές / αυτά επαλείψουν[ε]
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ επάλειφε
εσείς επαλείφετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επάλειψε
εσείς επαλείψτε
Απαρέμφατο αορίστου
επαλείψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επαλείφομαι
εσύ επαλείφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό επαλείφεται
εμείς επαλειφόμαστε
εσείς επαλείφεστε
αυτοί / αυτές / αυτά επαλείφονται
Παρατατικός
εγώ επαλειφόμουν[α]
εσύ επαλειφόσουν[α]
αυτός / αυτή / αυτό επαλειφόταν[ε]
εμείς επαλειφόμασταν
εσείς επαλειφόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά επαλείφονταν
Αόριστος
εγώ επαλείφθηκα
εσύ επαλείφθηκες
αυτός / αυτή / αυτό επαλείφθηκε
εμείς επαλειφθήκαμε
εσείς επαλειφθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά επαλείφθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επαλειφθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επαλειφθώ
εσύ επαλειφθείς
αυτός / αυτή / αυτό επαλειφθεί
εμείς επαλειφθούμε
εσείς επαλειφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά επαλειφθούν[ε]
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς επαλείφεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επαλείψου
εσείς επαλειφθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
επαλειφθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary