Conjugation of επαινώ
e.peˈnoεπιδοκιμάζω (κάποιον ή κάτι) ικανοποιώντας τον (ηθικά) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | επαινώ |
| εσύ | επαινείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | επαινεί |
| εμείς | επαινούμε |
| εσείς | επαινείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επαινούν |
Παρατατικός
| εγώ | επαινούσα |
| εσύ | επαινούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επαινούσε |
| εμείς | επαινούσαμε |
| εσείς | επαινούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επαινούσαν |
Αόριστος
| εγώ | επαίνεσα |
| εσύ | επαίνεσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επαίνεσε |
| εμείς | επαινέσαμε |
| εσείς | επαινέσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επαίνεσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα επαινέσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | επαινέσω |
| εσύ | επαινέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | επαινέσει |
| εμείς | επαινέσουμε |
| εσείς | επαινέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επαινέσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | επαινείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | επαίνεσε |
| εσείς | επαινέστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | επαινέσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | επαινούμαι |
| εσύ | επαινείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | επαινείται |
| εμείς | επαινούμαστε |
| εσείς | επαινείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επαινούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | επαινούνταν |
| εμείς | επαινούμασταν |
| εσείς | [επαινούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επαινούνταν |
Αόριστος
| εγώ | επαινέθηκα |
| εσύ | επαινέθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επαινέθηκε |
| εμείς | επαινεθήκαμε |
| εσείς | επαινεθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επαινέθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα επαινεθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | επαινεθώ |
| εσύ | επαινεθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | επαινεθεί |
| εμείς | επαινεθούμε |
| εσείς | επαινεθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επαινεθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | επαινείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | επαινέσου |
| εσείς | επαινεθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | επαινεθεί |