HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← επαινώ — definition

Conjugation of επαινώ

Regular CEFR B1
e.peˈno

επιδοκιμάζω (κάποιον ή κάτι) ικανοποιώντας τον (ηθικά) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επαινώ
εσύ επαινείς
αυτός / αυτή / αυτό επαινεί
εμείς επαινούμε
εσείς επαινείτε
αυτοί / αυτές / αυτά επαινούν
Παρατατικός
εγώ επαινούσα
εσύ επαινούσες
αυτός / αυτή / αυτό επαινούσε
εμείς επαινούσαμε
εσείς επαινούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά επαινούσαν
Αόριστος
εγώ επαίνεσα
εσύ επαίνεσες
αυτός / αυτή / αυτό επαίνεσε
εμείς επαινέσαμε
εσείς επαινέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά επαίνεσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επαινέσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επαινέσω
εσύ επαινέσεις
αυτός / αυτή / αυτό επαινέσει
εμείς επαινέσουμε
εσείς επαινέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά επαινέσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς επαινείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επαίνεσε
εσείς επαινέστε
Απαρέμφατο αορίστου
επαινέσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επαινούμαι
εσύ επαινείσαι
αυτός / αυτή / αυτό επαινείται
εμείς επαινούμαστε
εσείς επαινείστε
αυτοί / αυτές / αυτά επαινούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό επαινούνταν
εμείς επαινούμασταν
εσείς [επαινούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά επαινούνταν
Αόριστος
εγώ επαινέθηκα
εσύ επαινέθηκες
αυτός / αυτή / αυτό επαινέθηκε
εμείς επαινεθήκαμε
εσείς επαινεθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά επαινέθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επαινεθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επαινεθώ
εσύ επαινεθείς
αυτός / αυτή / αυτό επαινεθεί
εμείς επαινεθούμε
εσείς επαινεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά επαινεθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς επαινείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επαινέσου
εσείς επαινεθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
επαινεθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary