Conjugation of επέρχομαι
eˈpeɾ.xo.meεπακολουθώ, για κάτι που συμβαίνει μετά από κάτι άλλο ή για κάτι που πρόκειται να συμβεί στο άμεσο μέλλον Ver definición completa →
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | επέρχομαι |
| εσύ | επέρχεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | επέρχεται |
| εμείς | επερχόμαστε |
| εσείς | επέρχεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επέρχονται |
Παρατατικός
| εγώ | επερχόμουν |
| εσύ | επερχόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | επερχόταν |
| εμείς | επερχόμασταν |
| εσείς | επερχόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επέρχονταν |
Αόριστος
| εγώ | επήλθα |
| εσύ | επήλθες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επήλθε |
| εμείς | επήλθαμε |
| εσείς | επήλθατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επήλθαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα επέλθω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | επέλθω |
| εσύ | επέλθεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | επέλθει |
| εμείς | επέλθουμε |
| εσείς | επέλθετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επέλθουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | επέρχεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | επέλθετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | επέλθει |