HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← επέρχομαι — definition

Conjugation of επέρχομαι

Regular CEFR B2
eˈpeɾ.xo.me

επακολουθώ, για κάτι που συμβαίνει μετά από κάτι άλλο ή για κάτι που πρόκειται να συμβεί στο άμεσο μέλλον Ver definición completa →

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επέρχομαι
εσύ επέρχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό επέρχεται
εμείς επερχόμαστε
εσείς επέρχεστε
αυτοί / αυτές / αυτά επέρχονται
Παρατατικός
εγώ επερχόμουν
εσύ επερχόσουν
αυτός / αυτή / αυτό επερχόταν
εμείς επερχόμασταν
εσείς επερχόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά επέρχονταν
Αόριστος
εγώ επήλθα
εσύ επήλθες
αυτός / αυτή / αυτό επήλθε
εμείς επήλθαμε
εσείς επήλθατε
αυτοί / αυτές / αυτά επήλθαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επέλθω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επέλθω
εσύ επέλθεις
αυτός / αυτή / αυτό επέλθει
εμείς επέλθουμε
εσείς επέλθετε
αυτοί / αυτές / αυτά επέλθουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς επέρχεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς επέλθετε
Απαρέμφατο αορίστου
επέλθει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary