HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εορτάζω — definition

Conjugation of εορτάζω

Regular CEFR B1
e.oɾˈta.zo

γιορτάζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εορτάζω
εσύ εορτάζεις
αυτός / αυτή / αυτό εορτάζει
εμείς εορτάζουμε
εσείς εορτάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά εορτάζουν
Παρατατικός
εγώ εόρταζα
εσύ εόρταζες
αυτός / αυτή / αυτό εόρταζε
εμείς εορτάζαμε
εσείς εορτάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά εόρταζαν
Αόριστος
εγώ εόρτασα
εσύ εόρτασες
αυτός / αυτή / αυτό εόρτασε
εμείς εορτάσαμε
εσείς εορτάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εόρτασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εορτάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εορτάσω
εσύ εορτάσεις
αυτός / αυτή / αυτό εορτάσει
εμείς εορτάσουμε
εσείς εορτάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εορτάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εόρταζε
εσείς εορτάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εόρτασε
εσείς εορτάστε
Απαρέμφατο αορίστου
εορτάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εορτάζομαι
εσύ εορτάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εορτάζεται
εμείς εορταζόμαστε
εσείς εορτάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εορτάζονται
Παρατατικός
εγώ εορταζόμουν
εσύ εορταζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εορταζόταν
εμείς εορταζόμασταν
εσείς εορταζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εορτάζονταν
Αόριστος
εγώ εορτάστηκα
εσύ εορτάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό εορτάστηκε
εμείς εορταστήκαμε
εσείς εορταστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εορτάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εορταστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εορταστώ
εσύ εορταστείς
αυτός / αυτή / αυτό εορταστεί
εμείς εορταστούμε
εσείς εορταστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εορταστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εορτάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εορτάσου
εσείς εορταστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εορταστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary