Conjugation of εξυψώνω
ανεβάζω, ενισχύω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εξυψώνω |
| εσύ | εξυψώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξυψώνει |
| εμείς | εξυψώνουμε |
| εσείς | εξυψώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξυψώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | εξύψωνα |
| εσύ | εξύψωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξύψωνε |
| εμείς | εξυψώναμε |
| εσείς | εξυψώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξύψωναν |
Αόριστος
| εγώ | εξύψωσα |
| εσύ | εξύψωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξύψωσε |
| εμείς | εξυψώσαμε |
| εσείς | εξυψώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξύψωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εξυψώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εξυψώσω |
| εσύ | εξυψώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξυψώσει |
| εμείς | εξυψώσουμε |
| εσείς | εξυψώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξυψώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | εξύψωνε |
| εσείς | εξυψώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εξύψωσε |
| εσείς | εξυψώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εξυψώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εξυψώνομαι |
| εσύ | εξυψώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξυψώνεται |
| εμείς | εξυψωνόμαστε |
| εσείς | εξυψώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξυψώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | εξυψωνόμουν |
| εσύ | εξυψωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξυψωνόταν |
| εμείς | εξυψωνόμασταν |
| εσείς | εξυψωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξυψώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | εξυψώθηκα |
| εσύ | εξυψώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξυψώθηκε |
| εμείς | εξυψωθήκαμε |
| εσείς | εξυψωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξυψώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εξυψωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εξυψωθώ |
| εσύ | εξυψωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξυψωθεί |
| εμείς | εξυψωθούμε |
| εσείς | εξυψωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξυψωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εξυψώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εξυψώσου |
| εσείς | εξυψωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εξυψωθεί |