HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εξυψώνω — definition

Conjugation of εξυψώνω

Regular CEFR B1

ανεβάζω, ενισχύω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξυψώνω
εσύ εξυψώνεις
αυτός / αυτή / αυτό εξυψώνει
εμείς εξυψώνουμε
εσείς εξυψώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά εξυψώνουν
Παρατατικός
εγώ εξύψωνα
εσύ εξύψωνες
αυτός / αυτή / αυτό εξύψωνε
εμείς εξυψώναμε
εσείς εξυψώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξύψωναν
Αόριστος
εγώ εξύψωσα
εσύ εξύψωσες
αυτός / αυτή / αυτό εξύψωσε
εμείς εξυψώσαμε
εσείς εξυψώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξύψωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξυψώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξυψώσω
εσύ εξυψώσεις
αυτός / αυτή / αυτό εξυψώσει
εμείς εξυψώσουμε
εσείς εξυψώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εξυψώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εξύψωνε
εσείς εξυψώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξύψωσε
εσείς εξυψώστε
Απαρέμφατο αορίστου
εξυψώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξυψώνομαι
εσύ εξυψώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εξυψώνεται
εμείς εξυψωνόμαστε
εσείς εξυψώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εξυψώνονται
Παρατατικός
εγώ εξυψωνόμουν
εσύ εξυψωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εξυψωνόταν
εμείς εξυψωνόμασταν
εσείς εξυψωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εξυψώνονταν
Αόριστος
εγώ εξυψώθηκα
εσύ εξυψώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό εξυψώθηκε
εμείς εξυψωθήκαμε
εσείς εξυψωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξυψώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξυψωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξυψωθώ
εσύ εξυψωθείς
αυτός / αυτή / αυτό εξυψωθεί
εμείς εξυψωθούμε
εσείς εξυψωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εξυψωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εξυψώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξυψώσου
εσείς εξυψωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εξυψωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary