HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εξοφλώ — definition

Conjugation of εξοφλώ

Regular CEFR B1
e.ksoˈflo

ξεπληρώνω εξ ολοκλήρου ένα χρέος, χρηματικό ή μη Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξοφλώ
εσύ εξοφλείς
αυτός / αυτή / αυτό εξοφλεί
εμείς εξοφλούμε
εσείς εξοφλείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εξοφλούν
Παρατατικός
εγώ εξοφλούσα
εσύ εξοφλούσες
αυτός / αυτή / αυτό εξοφλούσε
εμείς εξοφλούσαμε
εσείς εξοφλούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξοφλούσαν
Αόριστος
εγώ εξόφλησα
εσύ εξόφλησες
αυτός / αυτή / αυτό εξόφλησε
εμείς εξοφλήσαμε
εσείς εξοφλήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξόφλησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξοφλήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξοφλήσω
εσύ εξοφλήσεις
αυτός / αυτή / αυτό εξοφλήσει
εμείς εξοφλήσουμε
εσείς εξοφλήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εξοφλήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εξοφλείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξόφλησε
εσείς εξοφλήστε
Απαρέμφατο αορίστου
εξοφλήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξοφλούμαι
εσύ εξοφλείσαι
αυτός / αυτή / αυτό εξοφλείται
εμείς εξοφλούμαστε
εσείς εξοφλείστε
αυτοί / αυτές / αυτά εξοφλούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό εξοφλούνταν
εμείς εξοφλούμασταν
εσείς [εξοφλούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά εξοφλούνταν
Αόριστος
εγώ εξοφλήθηκα
εσύ εξοφλήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό εξοφλήθηκε
εμείς εξοφληθήκαμε
εσείς εξοφληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξοφλήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξοφληθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξοφληθώ
εσύ εξοφληθείς
αυτός / αυτή / αυτό εξοφληθεί
εμείς εξοφληθούμε
εσείς εξοφληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εξοφληθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εξοφλείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξοφλήσου
εσείς εξοφληθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εξοφληθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary