Conjugation of εξοφλώ
e.ksoˈfloξεπληρώνω εξ ολοκλήρου ένα χρέος, χρηματικό ή μη Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εξοφλώ |
| εσύ | εξοφλείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξοφλεί |
| εμείς | εξοφλούμε |
| εσείς | εξοφλείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξοφλούν |
Παρατατικός
| εγώ | εξοφλούσα |
| εσύ | εξοφλούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξοφλούσε |
| εμείς | εξοφλούσαμε |
| εσείς | εξοφλούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξοφλούσαν |
Αόριστος
| εγώ | εξόφλησα |
| εσύ | εξόφλησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξόφλησε |
| εμείς | εξοφλήσαμε |
| εσείς | εξοφλήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξόφλησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εξοφλήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εξοφλήσω |
| εσύ | εξοφλήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξοφλήσει |
| εμείς | εξοφλήσουμε |
| εσείς | εξοφλήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξοφλήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εξοφλείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εξόφλησε |
| εσείς | εξοφλήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εξοφλήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εξοφλούμαι |
| εσύ | εξοφλείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξοφλείται |
| εμείς | εξοφλούμαστε |
| εσείς | εξοφλείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξοφλούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | εξοφλούνταν |
| εμείς | εξοφλούμασταν |
| εσείς | [εξοφλούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξοφλούνταν |
Αόριστος
| εγώ | εξοφλήθηκα |
| εσύ | εξοφλήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξοφλήθηκε |
| εμείς | εξοφληθήκαμε |
| εσείς | εξοφληθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξοφλήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εξοφληθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εξοφληθώ |
| εσύ | εξοφληθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξοφληθεί |
| εμείς | εξοφληθούμε |
| εσείς | εξοφληθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξοφληθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εξοφλείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εξοφλήσου |
| εσείς | εξοφληθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εξοφληθεί |