HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εξουσιάζω — definition

Conjugation of εξουσιάζω

Regular CEFR B2
e.ksu.siˈa.zo

ασκώ την εξουσία σε κάποιον ή κάτι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξουσιάζω
εσύ εξουσιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό εξουσιάζει
εμείς εξουσιάζουμε
εσείς εξουσιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά εξουσιάζουν
Παρατατικός
εγώ εξουσίαζα
εσύ εξουσίαζες
αυτός / αυτή / αυτό εξουσίαζε
εμείς εξουσιάζαμε
εσείς εξουσιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξουσίαζαν
Αόριστος
εγώ εξουσίασα
εσύ εξουσίασες
αυτός / αυτή / αυτό εξουσίασε
εμείς εξουσιάσαμε
εσείς εξουσιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξουσίασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξουσιάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξουσιάσω
εσύ εξουσιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό εξουσιάσει
εμείς εξουσιάσουμε
εσείς εξουσιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εξουσιάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εξουσίαζε
εσείς εξουσιάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξουσίασε
εσείς εξουσιάστε
Απαρέμφατο αορίστου
εξουσιάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξουσιάζομαι
εσύ εξουσιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εξουσιάζεται
εμείς εξουσιαζόμαστε
εσείς εξουσιάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εξουσιάζονται
Παρατατικός
εγώ εξουσιαζόμουν
εσύ εξουσιαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εξουσιαζόταν
εμείς εξουσιαζόμασταν
εσείς εξουσιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εξουσιάζονταν
Αόριστος
εγώ εξουσιάστηκα
εσύ εξουσιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό εξουσιάστηκε
εμείς εξουσιαστήκαμε
εσείς εξουσιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξουσιάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξουσιαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξουσιαστώ
εσύ εξουσιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό εξουσιαστεί
εμείς εξουσιαστούμε
εσείς εξουσιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εξουσιαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εξουσιάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξουσιάσου
εσείς εξουσιαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εξουσιαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary