Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εξουσιάζω |
| εσύ | εξουσιάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξουσιάζει |
| εμείς | εξουσιάζουμε |
| εσείς | εξουσιάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξουσιάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | εξουσίαζα |
| εσύ | εξουσίαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξουσίαζε |
| εμείς | εξουσιάζαμε |
| εσείς | εξουσιάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξουσίαζαν |
Αόριστος
| εγώ | εξουσίασα |
| εσύ | εξουσίασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξουσίασε |
| εμείς | εξουσιάσαμε |
| εσείς | εξουσιάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξουσίασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εξουσιάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εξουσιάσω |
| εσύ | εξουσιάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξουσιάσει |
| εμείς | εξουσιάσουμε |
| εσείς | εξουσιάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξουσιάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | εξουσίαζε |
| εσείς | εξουσιάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εξουσίασε |
| εσείς | εξουσιάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εξουσιάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εξουσιάζομαι |
| εσύ | εξουσιάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξουσιάζεται |
| εμείς | εξουσιαζόμαστε |
| εσείς | εξουσιάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξουσιάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | εξουσιαζόμουν |
| εσύ | εξουσιαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξουσιαζόταν |
| εμείς | εξουσιαζόμασταν |
| εσείς | εξουσιαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξουσιάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | εξουσιάστηκα |
| εσύ | εξουσιάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξουσιάστηκε |
| εμείς | εξουσιαστήκαμε |
| εσείς | εξουσιαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξουσιάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εξουσιαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εξουσιαστώ |
| εσύ | εξουσιαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξουσιαστεί |
| εμείς | εξουσιαστούμε |
| εσείς | εξουσιαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξουσιαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εξουσιάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εξουσιάσου |
| εσείς | εξουσιαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εξουσιαστεί |