HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εξορίζω — definition

Conjugation of εξορίζω

Regular CEFR B1
e.ksoˈɾi.zo

στέλνω κάποιον στην εξορία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξορίζω
εσύ εξορίζεις
αυτός / αυτή / αυτό εξορίζει
εμείς εξορίζουμε
εσείς εξορίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά εξορίζουν
Παρατατικός
εγώ εξόριζα
εσύ εξόριζες
αυτός / αυτή / αυτό εξόριζε
εμείς εξορίζαμε
εσείς εξορίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξόριζαν
Αόριστος
εγώ εξόρισα
εσύ εξόρισες
αυτός / αυτή / αυτό εξόρισε
εμείς εξορίσαμε
εσείς εξορίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξόρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξορίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξορίσω
εσύ εξορίσεις
αυτός / αυτή / αυτό εξορίσει
εμείς εξορίσουμε
εσείς εξορίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εξορίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εξόριζε
εσείς εξορίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξόρισε
εσείς εξορίστε
Απαρέμφατο αορίστου
εξορίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξορίζομαι
εσύ εξορίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εξορίζεται
εμείς εξοριζόμαστε
εσείς εξορίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εξορίζονται
Παρατατικός
εγώ εξοριζόμουν
εσύ εξοριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εξοριζόταν
εμείς εξοριζόμασταν
εσείς εξοριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εξορίζονταν
Αόριστος
εγώ εξορίστηκα
εσύ εξορίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό εξορίστηκε
εμείς εξοριστήκαμε
εσείς εξοριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξορίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξοριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξοριστώ
εσύ εξοριστείς
αυτός / αυτή / αυτό εξοριστεί
εμείς εξοριστούμε
εσείς εξοριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εξοριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εξορίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξορίσου
εσείς εξοριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εξοριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary