Conjugation of εξοπλίζω
προμηθεύω με τα απαραίτητα εργαλεία ή προμήθειες Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εξοπλίζω |
| εσύ | εξοπλίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξοπλίζει |
| εμείς | εξοπλίζουμε |
| εσείς | εξοπλίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξοπλίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | εξόπλιζα |
| εσύ | εξόπλιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξόπλιζε |
| εμείς | εξοπλίζαμε |
| εσείς | εξοπλίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξόπλιζαν |
Αόριστος
| εγώ | εξόπλισα |
| εσύ | εξόπλισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξόπλισε |
| εμείς | εξοπλίσαμε |
| εσείς | εξοπλίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξόπλισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εξοπλίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εξοπλίσω |
| εσύ | εξοπλίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξοπλίσει |
| εμείς | εξοπλίσουμε |
| εσείς | εξοπλίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξοπλίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | εξόπλιζε |
| εσείς | εξοπλίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εξόπλισε |
| εσείς | εξοπλίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εξοπλίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εξοπλίζομαι |
| εσύ | εξοπλίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξοπλίζεται |
| εμείς | εξοπλιζόμαστε |
| εσείς | εξοπλίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξοπλίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | εξοπλιζόμουν |
| εσύ | εξοπλιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξοπλιζόταν |
| εμείς | εξοπλιζόμασταν |
| εσείς | εξοπλιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξοπλίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | εξοπλίστηκα |
| εσύ | εξοπλίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξοπλίστηκε |
| εμείς | εξοπλιστήκαμε |
| εσείς | εξοπλιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξοπλίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εξοπλιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εξοπλιστώ |
| εσύ | εξοπλιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξοπλιστεί |
| εμείς | εξοπλιστούμε |
| εσείς | εξοπλιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξοπλιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εξοπλίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εξοπλίσου |
| εσείς | εξοπλιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εξοπλιστεί |