HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εξοπλίζω — definition

Conjugation of εξοπλίζω

Regular CEFR B2

προμηθεύω με τα απαραίτητα εργαλεία ή προμήθειες Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξοπλίζω
εσύ εξοπλίζεις
αυτός / αυτή / αυτό εξοπλίζει
εμείς εξοπλίζουμε
εσείς εξοπλίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά εξοπλίζουν
Παρατατικός
εγώ εξόπλιζα
εσύ εξόπλιζες
αυτός / αυτή / αυτό εξόπλιζε
εμείς εξοπλίζαμε
εσείς εξοπλίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξόπλιζαν
Αόριστος
εγώ εξόπλισα
εσύ εξόπλισες
αυτός / αυτή / αυτό εξόπλισε
εμείς εξοπλίσαμε
εσείς εξοπλίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξόπλισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξοπλίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξοπλίσω
εσύ εξοπλίσεις
αυτός / αυτή / αυτό εξοπλίσει
εμείς εξοπλίσουμε
εσείς εξοπλίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εξοπλίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εξόπλιζε
εσείς εξοπλίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξόπλισε
εσείς εξοπλίστε
Απαρέμφατο αορίστου
εξοπλίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξοπλίζομαι
εσύ εξοπλίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εξοπλίζεται
εμείς εξοπλιζόμαστε
εσείς εξοπλίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εξοπλίζονται
Παρατατικός
εγώ εξοπλιζόμουν
εσύ εξοπλιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εξοπλιζόταν
εμείς εξοπλιζόμασταν
εσείς εξοπλιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εξοπλίζονταν
Αόριστος
εγώ εξοπλίστηκα
εσύ εξοπλίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό εξοπλίστηκε
εμείς εξοπλιστήκαμε
εσείς εξοπλιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξοπλίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξοπλιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξοπλιστώ
εσύ εξοπλιστείς
αυτός / αυτή / αυτό εξοπλιστεί
εμείς εξοπλιστούμε
εσείς εξοπλιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εξοπλιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εξοπλίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξοπλίσου
εσείς εξοπλιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εξοπλιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary