Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εξισώνω |
| εσύ | εξισώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξισώνει |
| εμείς | εξισώνουμε |
| εσείς | εξισώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξισώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | εξίσωνα |
| εσύ | εξίσωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξίσωνε |
| εμείς | εξισώναμε |
| εσείς | εξισώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξίσωναν |
Αόριστος
| εγώ | εξίσωσα |
| εσύ | εξίσωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξίσωσε |
| εμείς | εξισώσαμε |
| εσείς | εξισώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξίσωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εξισώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εξισώσω |
| εσύ | εξισώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξισώσει |
| εμείς | εξισώσουμε |
| εσείς | εξισώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξισώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | εξίσωνε |
| εσείς | εξισώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εξίσωσε |
| εσείς | εξισώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εξισώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εξισώνομαι |
| εσύ | εξισώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξισώνεται |
| εμείς | εξισωνόμαστε |
| εσείς | εξισώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξισώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | εξισωνόμουν |
| εσύ | εξισωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξισωνόταν |
| εμείς | εξισωνόμασταν |
| εσείς | εξισωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξισώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | εξισώθηκα |
| εσύ | εξισώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξισώθηκε |
| εμείς | εξισωθήκαμε |
| εσείς | εξισωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξισώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εξισωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εξισωθώ |
| εσύ | εξισωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξισωθεί |
| εμείς | εξισωθούμε |
| εσείς | εξισωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξισωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εξισώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εξισώσου |
| εσείς | εξισωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εξισωθεί |