HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εξισώνω — definition

Conjugation of εξισώνω

Regular CEFR B1
e.ksiˈso.no

κάνω κάτι ίσο με κάτι άλλο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξισώνω
εσύ εξισώνεις
αυτός / αυτή / αυτό εξισώνει
εμείς εξισώνουμε
εσείς εξισώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά εξισώνουν
Παρατατικός
εγώ εξίσωνα
εσύ εξίσωνες
αυτός / αυτή / αυτό εξίσωνε
εμείς εξισώναμε
εσείς εξισώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξίσωναν
Αόριστος
εγώ εξίσωσα
εσύ εξίσωσες
αυτός / αυτή / αυτό εξίσωσε
εμείς εξισώσαμε
εσείς εξισώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξίσωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξισώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξισώσω
εσύ εξισώσεις
αυτός / αυτή / αυτό εξισώσει
εμείς εξισώσουμε
εσείς εξισώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εξισώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εξίσωνε
εσείς εξισώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξίσωσε
εσείς εξισώστε
Απαρέμφατο αορίστου
εξισώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξισώνομαι
εσύ εξισώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εξισώνεται
εμείς εξισωνόμαστε
εσείς εξισώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εξισώνονται
Παρατατικός
εγώ εξισωνόμουν
εσύ εξισωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εξισωνόταν
εμείς εξισωνόμασταν
εσείς εξισωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εξισώνονταν
Αόριστος
εγώ εξισώθηκα
εσύ εξισώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό εξισώθηκε
εμείς εξισωθήκαμε
εσείς εξισωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξισώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξισωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξισωθώ
εσύ εξισωθείς
αυτός / αυτή / αυτό εξισωθεί
εμείς εξισωθούμε
εσείς εξισωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εξισωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εξισώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξισώσου
εσείς εξισωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εξισωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary