HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εξευγενίζω — definition

Conjugation of εξευγενίζω

Regular CEFR B2

καθιστώ κάποιον ευγενή, βελτιώνοντάς τον πνευματικά ή ηθικά Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξευγενίζω
εσύ εξευγενίζεις
αυτός / αυτή / αυτό εξευγενίζει
εμείς εξευγενίζουμε
εσείς εξευγενίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά εξευγενίζουν
Παρατατικός
εγώ εξευγένιζα
εσύ εξευγένιζες
αυτός / αυτή / αυτό εξευγένιζε
εμείς εξευγενίζαμε
εσείς εξευγενίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξευγένιζαν
Αόριστος
εγώ εξευγένισα
εσύ εξευγένισες
αυτός / αυτή / αυτό εξευγένισε
εμείς εξευγενίσαμε
εσείς εξευγενίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξευγένισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξευγενίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξευγενίσω
εσύ εξευγενίσεις
αυτός / αυτή / αυτό εξευγενίσει
εμείς εξευγενίσουμε
εσείς εξευγενίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εξευγενίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εξευγένιζε
εσείς εξευγενίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξευγένισε
εσείς εξευγενίστε
Απαρέμφατο αορίστου
— εξευγενίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξευγενίζομαι
εσύ εξευγενίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εξευγενίζεται
εμείς εξευγενιζόμαστε
εσείς εξευγενίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εξευγενίζονται
Παρατατικός
εγώ εξευγενιζόμουν
εσύ εξευγενιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εξευγενιζόταν
εμείς εξευγενιζόμασταν
εσείς εξευγενιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εξευγενίζονταν
Αόριστος
εγώ εξευγενίστηκα
εσύ εξευγενίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό εξευγενίστηκε
εμείς εξευγενιστήκαμε
εσείς εξευγενιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξευγενίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξευγενιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξευγενιστώ
εσύ εξευγενιστείς
αυτός / αυτή / αυτό εξευγενιστεί
εμείς εξευγενιστούμε
εσείς εξευγενιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εξευγενιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εξευγενίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξευγενίσου
εσείς εξευγενιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
— εξευγενιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary