Conjugation of εξευγενίζω
καθιστώ κάποιον ευγενή, βελτιώνοντάς τον πνευματικά ή ηθικά Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εξευγενίζω |
| εσύ | εξευγενίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξευγενίζει |
| εμείς | εξευγενίζουμε |
| εσείς | εξευγενίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξευγενίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | εξευγένιζα |
| εσύ | εξευγένιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξευγένιζε |
| εμείς | εξευγενίζαμε |
| εσείς | εξευγενίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξευγένιζαν |
Αόριστος
| εγώ | εξευγένισα |
| εσύ | εξευγένισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξευγένισε |
| εμείς | εξευγενίσαμε |
| εσείς | εξευγενίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξευγένισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εξευγενίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εξευγενίσω |
| εσύ | εξευγενίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξευγενίσει |
| εμείς | εξευγενίσουμε |
| εσείς | εξευγενίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξευγενίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | εξευγένιζε |
| εσείς | εξευγενίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εξευγένισε |
| εσείς | εξευγενίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εξευγενίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εξευγενίζομαι |
| εσύ | εξευγενίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξευγενίζεται |
| εμείς | εξευγενιζόμαστε |
| εσείς | εξευγενίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξευγενίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | εξευγενιζόμουν |
| εσύ | εξευγενιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξευγενιζόταν |
| εμείς | εξευγενιζόμασταν |
| εσείς | εξευγενιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξευγενίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | εξευγενίστηκα |
| εσύ | εξευγενίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξευγενίστηκε |
| εμείς | εξευγενιστήκαμε |
| εσείς | εξευγενιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξευγενίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εξευγενιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εξευγενιστώ |
| εσύ | εξευγενιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξευγενιστεί |
| εμείς | εξευγενιστούμε |
| εσείς | εξευγενιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξευγενιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εξευγενίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εξευγενίσου |
| εσείς | εξευγενιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εξευγενιστεί |