HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εξετάζω — definition

Conjugation of εξετάζω

Regular CEFR C2
e.kseˈta.zo

υποβάλλω σε γραπτές ή προφορικές ερωτήσεις κάποιον, προκειμένου να βεβαιωθώ ότι κατέχει το γνωστικό αντικείμενο που διδάχτηκε Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξετάζω
εσύ εξετάζεις
αυτός / αυτή / αυτό εξετάζει
εμείς εξετάζουμε
εσείς εξετάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά εξετάζουν
Παρατατικός
εγώ εξέταζα
εσύ εξέταζες
αυτός / αυτή / αυτό εξέταζε
εμείς εξετάζαμε
εσείς εξετάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξέταζαν
Αόριστος
εγώ εξέτασα
εσύ εξέτασες
αυτός / αυτή / αυτό εξέτασε
εμείς εξετάσαμε
εσείς εξετάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξέτασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξετάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξετάσω
εσύ εξετάσεις
αυτός / αυτή / αυτό εξετάσει
εμείς εξετάσουμε
εσείς εξετάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εξετάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εξέταζε
εσείς εξετάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξέτασε
εσείς εξετάστε
Απαρέμφατο αορίστου
εξετάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξετάζομαι
εσύ εξετάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εξετάζεται
εμείς εξεταζόμαστε
εσείς εξετάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εξετάζονται
Παρατατικός
εγώ εξεταζόμουν
εσύ εξεταζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εξεταζόταν
εμείς εξεταζόμασταν
εσείς εξεταζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εξετάζονταν
Αόριστος
εγώ εξετάστηκα
εσύ εξετάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό εξετάστηκε
εμείς εξεταστήκαμε
εσείς εξεταστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξετάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξεταστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξεταστώ
εσύ εξεταστείς
αυτός / αυτή / αυτό εξεταστεί
εμείς εξεταστούμε
εσείς εξεταστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εξεταστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εξετάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξετάσου
εσείς εξεταστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εξεταστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary