Conjugation of εξετάζω
e.kseˈta.zoυποβάλλω σε γραπτές ή προφορικές ερωτήσεις κάποιον, προκειμένου να βεβαιωθώ ότι κατέχει το γνωστικό αντικείμενο που διδάχτηκε Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εξετάζω |
| εσύ | εξετάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξετάζει |
| εμείς | εξετάζουμε |
| εσείς | εξετάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξετάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | εξέταζα |
| εσύ | εξέταζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξέταζε |
| εμείς | εξετάζαμε |
| εσείς | εξετάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξέταζαν |
Αόριστος
| εγώ | εξέτασα |
| εσύ | εξέτασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξέτασε |
| εμείς | εξετάσαμε |
| εσείς | εξετάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξέτασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εξετάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εξετάσω |
| εσύ | εξετάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξετάσει |
| εμείς | εξετάσουμε |
| εσείς | εξετάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξετάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | εξέταζε |
| εσείς | εξετάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εξέτασε |
| εσείς | εξετάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εξετάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εξετάζομαι |
| εσύ | εξετάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξετάζεται |
| εμείς | εξεταζόμαστε |
| εσείς | εξετάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξετάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | εξεταζόμουν |
| εσύ | εξεταζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξεταζόταν |
| εμείς | εξεταζόμασταν |
| εσείς | εξεταζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξετάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | εξετάστηκα |
| εσύ | εξετάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξετάστηκε |
| εμείς | εξεταστήκαμε |
| εσείς | εξεταστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξετάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εξεταστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εξεταστώ |
| εσύ | εξεταστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξεταστεί |
| εμείς | εξεταστούμε |
| εσείς | εξεταστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξεταστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εξετάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εξετάσου |
| εσείς | εξεταστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εξεταστεί |