Conjugation of εξερευνώ
e.kse.ɾevˈnoερευνώ, ψάχνω κάποιον τόπο, για να τον γνωρίζω (ιδίως τα γεωγραφικά του χαρακτηριστικά) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εξερευνώ |
| εσύ | εξερευνάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξερευνά |
| εμείς | εξερευνούμε |
| εσείς | εξερευνάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξερευνούν |
Παρατατικός
| εγώ | εξερευνούσα |
| εσύ | εξερευνούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξερευνούσε |
| εμείς | εξερευνούσαμε |
| εσείς | εξερευνούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξερευνούσαν |
Αόριστος
| εγώ | εξερεύνησα |
| εσύ | εξερεύνησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξερεύνησε |
| εμείς | εξερευνήσαμε |
| εσείς | εξερευνήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξερεύνησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εξερευνήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εξερευνήσω |
| εσύ | εξερευνήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξερευνήσει |
| εμείς | εξερευνήσουμε |
| εσείς | εξερευνήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξερευνήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | εξερεύνα |
| εσείς | εξερευνάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εξερεύνησε |
| εσείς | εξερευνήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εξερευνήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εξερευνώμαι |
| εσύ | εξερευνάσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξερευνάται |
| εμείς | εξερευνόμαστε |
| εσείς | εξερευνάστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξερευνώνται |
Αόριστος
| εγώ | εξερευνήθηκα |
| εσύ | εξερευνήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξερευνήθηκε |
| εμείς | εξερευνηθήκαμε |
| εσείς | εξερευνηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξερευνήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εξερευνηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εξερευνηθώ |
| εσύ | εξερευνηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξερευνηθεί |
| εμείς | εξερευνηθούμε |
| εσείς | εξερευνηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξερευνηθούν |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εξερευνήσου |
| εσείς | εξερευνηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εξερευνηθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.