HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εξερευνώ — definition

Conjugation of εξερευνώ

Regular CEFR B2
e.kse.ɾevˈno

ερευνώ, ψάχνω κάποιον τόπο, για να τον γνωρίζω (ιδίως τα γεωγραφικά του χαρακτηριστικά) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξερευνώ
εσύ εξερευνάς
αυτός / αυτή / αυτό εξερευνά
εμείς εξερευνούμε
εσείς εξερευνάτε
αυτοί / αυτές / αυτά εξερευνούν
Παρατατικός
εγώ εξερευνούσα
εσύ εξερευνούσες
αυτός / αυτή / αυτό εξερευνούσε
εμείς εξερευνούσαμε
εσείς εξερευνούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξερευνούσαν
Αόριστος
εγώ εξερεύνησα
εσύ εξερεύνησες
αυτός / αυτή / αυτό εξερεύνησε
εμείς εξερευνήσαμε
εσείς εξερευνήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξερεύνησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξερευνήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξερευνήσω
εσύ εξερευνήσεις
αυτός / αυτή / αυτό εξερευνήσει
εμείς εξερευνήσουμε
εσείς εξερευνήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εξερευνήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εξερεύνα
εσείς εξερευνάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξερεύνησε
εσείς εξερευνήστε
Απαρέμφατο αορίστου
εξερευνήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξερευνώμαι
εσύ εξερευνάσαι
αυτός / αυτή / αυτό εξερευνάται
εμείς εξερευνόμαστε
εσείς εξερευνάστε
αυτοί / αυτές / αυτά εξερευνώνται
Αόριστος
εγώ εξερευνήθηκα
εσύ εξερευνήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό εξερευνήθηκε
εμείς εξερευνηθήκαμε
εσείς εξερευνηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξερευνήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξερευνηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξερευνηθώ
εσύ εξερευνηθείς
αυτός / αυτή / αυτό εξερευνηθεί
εμείς εξερευνηθούμε
εσείς εξερευνηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εξερευνηθούν
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξερευνήσου
εσείς εξερευνηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εξερευνηθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary