Conjugation of εξεγείρω
e.kseˈʝi.ɾoκάνω κάποιον να επαναστατήσει, να ξεσηκωθεί με την άσχημη ή καταπιεστική συμπεριφορά μου Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εξεγείρω |
| εσύ | εξεγείρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξεγείρει |
| εμείς | εξεγείρουμε |
| εσείς | εξεγείρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξεγείρουν |
Παρατατικός
| εγώ | εξήγειρα |
| εσύ | εξήγειρες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξήγειρε |
| εμείς | εξεγείραμε |
| εσείς | εξεγείρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξήγειραν |
Αόριστος
| εγώ | εξήγειρα |
| εσύ | εξήγειρες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξήγειρε |
| εμείς | εξεγείραμε |
| εσείς | εξεγείρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξήγειραν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εξεγείρω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εξεγείρω |
| εσύ | εξεγείρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξεγείρει |
| εμείς | εξεγείρουμε |
| εσείς | εξεγείρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξεγείρουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | εξέγειρε |
| εσείς | εξεγείρετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εξέγειρε |
| εσείς | εξεγείρετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εξεγείρει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εξεγείρομαι |
| εσύ | εξεγείρεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξεγείρεται |
| εμείς | εξεγειρόμαστε |
| εσείς | εξεγείρεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξεγείρονται |
Παρατατικός
| εγώ | εξεγειρόμουν |
| εσύ | εξεγειρόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξεγειρόταν |
| εμείς | εξεγειρόμασταν |
| εσείς | εξεγειρόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξεγείρονταν |
Αόριστος
| εγώ | εξεγέρθηκα |
| εσύ | εξεγέρθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξεγέρθηκε |
| εμείς | εξεγερθήκαμε |
| εσείς | εξεγερθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξεγέρθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εξεγερθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εξεγερθώ |
| εσύ | εξεγερθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξεγερθεί |
| εμείς | εξεγερθούμε |
| εσείς | εξεγερθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξεγερθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εξεγείρεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εξεγέρσου |
| εσείς | εξεγερθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εξεγερθεί |