Conjugation of εξατμίζω
κάνω ένα υγρό να ζεσταθεί και να μετατραπεί σε αέριο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εξατμίζω |
| εσύ | εξατμίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξατμίζει |
| εμείς | εξατμίζουμε |
| εσείς | εξατμίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξατμίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | εξάτμιζα |
| εσύ | εξάτμιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξάτμιζε |
| εμείς | εξατμίζαμε |
| εσείς | εξατμίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξάτμιζαν |
Αόριστος
| εγώ | εξάτμισα |
| εσύ | εξάτμισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξάτμισε |
| εμείς | εξατμίσαμε |
| εσείς | εξατμίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξάτμισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εξατμίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εξατμίσω |
| εσύ | εξατμίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξατμίσει |
| εμείς | εξατμίσουμε |
| εσείς | εξατμίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξατμίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | εξάτμιζε |
| εσείς | εξατμίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εξάτμισε |
| εσείς | εξατμίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εξατμίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εξατμίζομαι |
| εσύ | εξατμίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξατμίζεται |
| εμείς | εξατμιζόμαστε |
| εσείς | εξατμίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξατμίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | εξατμιζόμουν |
| εσύ | εξατμιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξατμιζόταν |
| εμείς | εξατμιζόμασταν |
| εσείς | εξατμιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξατμίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | εξατμίστηκα |
| εσύ | εξατμίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξατμίστηκε |
| εμείς | εξατμιστήκαμε |
| εσείς | εξατμιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξατμίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εξατμιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εξατμιστώ |
| εσύ | εξατμιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξατμιστεί |
| εμείς | εξατμιστούμε |
| εσείς | εξατμιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξατμιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εξατμίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εξατμίσου |
| εσείς | εξατμιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εξατμιστεί |