HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εξατμίζω — definition

Conjugation of εξατμίζω

Regular CEFR B2

κάνω ένα υγρό να ζεσταθεί και να μετατραπεί σε αέριο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξατμίζω
εσύ εξατμίζεις
αυτός / αυτή / αυτό εξατμίζει
εμείς εξατμίζουμε
εσείς εξατμίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά εξατμίζουν
Παρατατικός
εγώ εξάτμιζα
εσύ εξάτμιζες
αυτός / αυτή / αυτό εξάτμιζε
εμείς εξατμίζαμε
εσείς εξατμίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξάτμιζαν
Αόριστος
εγώ εξάτμισα
εσύ εξάτμισες
αυτός / αυτή / αυτό εξάτμισε
εμείς εξατμίσαμε
εσείς εξατμίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξάτμισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξατμίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξατμίσω
εσύ εξατμίσεις
αυτός / αυτή / αυτό εξατμίσει
εμείς εξατμίσουμε
εσείς εξατμίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εξατμίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εξάτμιζε
εσείς εξατμίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξάτμισε
εσείς εξατμίστε
Απαρέμφατο αορίστου
εξατμίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξατμίζομαι
εσύ εξατμίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εξατμίζεται
εμείς εξατμιζόμαστε
εσείς εξατμίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εξατμίζονται
Παρατατικός
εγώ εξατμιζόμουν
εσύ εξατμιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εξατμιζόταν
εμείς εξατμιζόμασταν
εσείς εξατμιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εξατμίζονταν
Αόριστος
εγώ εξατμίστηκα
εσύ εξατμίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό εξατμίστηκε
εμείς εξατμιστήκαμε
εσείς εξατμιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξατμίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξατμιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξατμιστώ
εσύ εξατμιστείς
αυτός / αυτή / αυτό εξατμιστεί
εμείς εξατμιστούμε
εσείς εξατμιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εξατμιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εξατμίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξατμίσου
εσείς εξατμιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εξατμιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary