Conjugation of εξασκώ
e.ksaˈskoσυμβάλλω στην άσκηση κάποιου και στη βελτίωση της επίδοσής του σε κάποιον τομέα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εξασκώ |
| εσύ | εξασκείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξασκεί |
| εμείς | εξασκούμε |
| εσείς | εξασκείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξασκούν |
Παρατατικός
| εγώ | εξασκούσα |
| εσύ | εξασκούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξασκούσε |
| εμείς | εξασκούσαμε |
| εσείς | εξασκούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξασκούσαν |
Αόριστος
| εγώ | εξάσκησα |
| εσύ | εξάσκησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξάσκησε |
| εμείς | εξασκήσαμε |
| εσείς | εξασκήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξάσκησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εξασκήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εξασκήσω |
| εσύ | εξασκήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξασκήσει |
| εμείς | εξασκήσουμε |
| εσείς | εξασκήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξασκήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εξασκείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εξάσκησε |
| εσείς | εξασκήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εξασκήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εξασκούμαι |
| εσύ | εξασκείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξασκείται |
| εμείς | εξασκούμαστε |
| εσείς | εξασκείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξασκούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | εξασκούνταν |
| εμείς | εξασκούμασταν |
| εσείς | [εξασκούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξασκούνταν |
Αόριστος
| εγώ | εξασκήθηκα |
| εσύ | εξασκήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξασκήθηκε |
| εμείς | εξασκηθήκαμε |
| εσείς | εξασκηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξασκήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εξασκηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εξασκηθώ |
| εσύ | εξασκηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξασκηθεί |
| εμείς | εξασκηθούμε |
| εσείς | εξασκηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξασκηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εξασκείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εξασκήσου |
| εσείς | εξασκηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εξασκηθεί |