HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εξασκώ — definition

Conjugation of εξασκώ

Regular CEFR C2
e.ksaˈsko

συμβάλλω στην άσκηση κάποιου και στη βελτίωση της επίδοσής του σε κάποιον τομέα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξασκώ
εσύ εξασκείς
αυτός / αυτή / αυτό εξασκεί
εμείς εξασκούμε
εσείς εξασκείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εξασκούν
Παρατατικός
εγώ εξασκούσα
εσύ εξασκούσες
αυτός / αυτή / αυτό εξασκούσε
εμείς εξασκούσαμε
εσείς εξασκούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξασκούσαν
Αόριστος
εγώ εξάσκησα
εσύ εξάσκησες
αυτός / αυτή / αυτό εξάσκησε
εμείς εξασκήσαμε
εσείς εξασκήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξάσκησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξασκήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξασκήσω
εσύ εξασκήσεις
αυτός / αυτή / αυτό εξασκήσει
εμείς εξασκήσουμε
εσείς εξασκήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εξασκήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εξασκείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξάσκησε
εσείς εξασκήστε
Απαρέμφατο αορίστου
εξασκήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξασκούμαι
εσύ εξασκείσαι
αυτός / αυτή / αυτό εξασκείται
εμείς εξασκούμαστε
εσείς εξασκείστε
αυτοί / αυτές / αυτά εξασκούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό εξασκούνταν
εμείς εξασκούμασταν
εσείς [εξασκούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά εξασκούνταν
Αόριστος
εγώ εξασκήθηκα
εσύ εξασκήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό εξασκήθηκε
εμείς εξασκηθήκαμε
εσείς εξασκηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξασκήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξασκηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξασκηθώ
εσύ εξασκηθείς
αυτός / αυτή / αυτό εξασκηθεί
εμείς εξασκηθούμε
εσείς εξασκηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εξασκηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εξασκείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξασκήσου
εσείς εξασκηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εξασκηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary