HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εξαρτώ — definition

Conjugation of εξαρτώ

Regular CEFR B1
e.ksaɾˈto

κρεμώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξαρτώ
εσύ εξαρτάς
αυτός / αυτή / αυτό εξαρτά
εμείς εξαρτούμε
εσείς εξαρτάτε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαρτούν
Παρατατικός
εγώ εξαρτούσα
εσύ εξαρτούσες
αυτός / αυτή / αυτό εξαρτούσε
εμείς εξαρτούσαμε
εσείς εξαρτούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαρτούσαν
Αόριστος
εγώ εξάρτησα
εσύ εξάρτησες
αυτός / αυτή / αυτό εξάρτησε
εμείς εξαρτήσαμε
εσείς εξαρτήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξάρτησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξαρτήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξαρτήσω
εσύ εξαρτήσεις
αυτός / αυτή / αυτό εξαρτήσει
εμείς εξαρτήσουμε
εσείς εξαρτήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαρτήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εξαρτάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξάρτησε
εσείς εξαρτήστε
Απαρέμφατο αορίστου
εξαρτήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξαρτώμαι - εξαρτιέμαι
εσύ εξαρτάσαι - εξαρτιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό εξαρτάται - εξαρτιέται
εμείς εξαρτόμαστε
εσείς εξαρτάστε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαρτώνται - εξαρτιούνται
Παρατατικός
εγώ —² - εξαρτιόμουν
εσύ — - εξαρτιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό — - εξαρτιόταν
εμείς — - εξαρτιόμασταν
εσείς — - εξαρτιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — - εξαρτιόνταν
Αόριστος
εγώ εξαρτήθηκα
εσύ εξαρτήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό εξαρτήθηκε
εμείς εξαρτηθήκαμε
εσείς εξαρτηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαρτήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξαρτηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξαρτηθώ
εσύ εξαρτηθείς
αυτός / αυτή / αυτό εξαρτηθεί
εμείς εξαρτηθούμε
εσείς εξαρτηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαρτηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εξαρτάστε - εξαρτιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξαρτήσου
εσείς εξαρτηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εξαρτηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary