HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εξαπολύω — definition

Conjugation of εξαπολύω

Regular CEFR B2
e.ksa.poˈli.o

εκτοξεύω (βλήματα, οβίδες κ.λπ) εναντίον κάποιου στόχου σε μεγάλη απόσταση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξαπολύω
εσύ εξαπολύεις
αυτός / αυτή / αυτό εξαπολύει
εμείς εξαπολύουμε
εσείς εξαπολύετε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαπολύουν
Παρατατικός
εγώ εξαπέλυα
εσύ εξαπέλυες
αυτός / αυτή / αυτό εξαπέλυε
εμείς εξαπολύαμε
εσείς εξαπολύατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαπέλυαν
Αόριστος
εγώ εξαπέλυσα
εσύ εξαπέλυσες
αυτός / αυτή / αυτό εξαπέλυσε
εμείς εξαπολύσαμε
εσείς εξαπολύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαπέλυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξαπολύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξαπολύσω
εσύ εξαπολύσεις
αυτός / αυτή / αυτό εξαπολύσει
εμείς εξαπολύσουμε
εσείς εξαπολύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαπολύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εξαπόλυε
εσείς εξαπολύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξαπόλυσε
εσείς εξαπολύστε
Απαρέμφατο αορίστου
εξαπολύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξαπολύομαι
εσύ εξαπολύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εξαπολύεται
εμείς εξαπολυόμαστε
εσείς εξαπολύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαπολύονται
Παρατατικός
εγώ εξαπολυόμουν
εσύ εξαπολυόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εξαπολυόταν
εμείς εξαπολυόμασταν
εσείς εξαπολυόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εξαπολύονταν
Αόριστος
εγώ εξαπολύθηκα
εσύ εξαπολύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό εξαπολύθηκε
εμείς εξαπολυθήκαμε
εσείς εξαπολυθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαπολύθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξαπολυθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξαπολυθώ
εσύ εξαπολυθείς
αυτός / αυτή / αυτό εξαπολυθεί
εμείς εξαπολυθούμε
εσείς εξαπολυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαπολυθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εξαπολύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξαπολύσου
εσείς εξαπολυθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εξαπολυθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary