Conjugation of εξαπολύω
e.ksa.poˈli.oεκτοξεύω (βλήματα, οβίδες κ.λπ) εναντίον κάποιου στόχου σε μεγάλη απόσταση Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εξαπολύω |
| εσύ | εξαπολύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξαπολύει |
| εμείς | εξαπολύουμε |
| εσείς | εξαπολύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξαπολύουν |
Παρατατικός
| εγώ | εξαπέλυα |
| εσύ | εξαπέλυες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξαπέλυε |
| εμείς | εξαπολύαμε |
| εσείς | εξαπολύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξαπέλυαν |
Αόριστος
| εγώ | εξαπέλυσα |
| εσύ | εξαπέλυσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξαπέλυσε |
| εμείς | εξαπολύσαμε |
| εσείς | εξαπολύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξαπέλυσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εξαπολύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εξαπολύσω |
| εσύ | εξαπολύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξαπολύσει |
| εμείς | εξαπολύσουμε |
| εσείς | εξαπολύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξαπολύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | εξαπόλυε |
| εσείς | εξαπολύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εξαπόλυσε |
| εσείς | εξαπολύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εξαπολύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εξαπολύομαι |
| εσύ | εξαπολύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξαπολύεται |
| εμείς | εξαπολυόμαστε |
| εσείς | εξαπολύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξαπολύονται |
Παρατατικός
| εγώ | εξαπολυόμουν |
| εσύ | εξαπολυόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξαπολυόταν |
| εμείς | εξαπολυόμασταν |
| εσείς | εξαπολυόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξαπολύονταν |
Αόριστος
| εγώ | εξαπολύθηκα |
| εσύ | εξαπολύθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξαπολύθηκε |
| εμείς | εξαπολυθήκαμε |
| εσείς | εξαπολυθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξαπολύθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εξαπολυθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εξαπολυθώ |
| εσύ | εξαπολυθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξαπολυθεί |
| εμείς | εξαπολυθούμε |
| εσείς | εξαπολυθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξαπολυθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εξαπολύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εξαπολύσου |
| εσείς | εξαπολυθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εξαπολυθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.