HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εξαπατώ — definition

Conjugation of εξαπατώ

Regular CEFR B1
e.ksa.paˈto

ξεγελάω με πονηριά κάποιον εκμεταλλευόμενος την αφέλεια ή την ευπιστία του και (ενδεχομένως) παρανομώντας Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξαπατώ - εξαπατάω
εσύ εξαπατάς
αυτός / αυτή / αυτό εξαπατά - εξαπατάει
εμείς εξαπατούμε
εσείς εξαπατάτε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαπατούν - εξαπατάνε
Παρατατικός
εγώ εξαπατούσα
εσύ εξαπατούσες
αυτός / αυτή / αυτό εξαπατούσε
εμείς εξαπατούσαμε
εσείς εξαπατούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαπατούσαν
Αόριστος
εγώ εξαπάτησα
εσύ εξαπάτησες
αυτός / αυτή / αυτό εξαπάτησε
εμείς εξαπατήσαμε
εσείς εξαπατήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαπάτησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξαπατήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξαπατήσω
εσύ εξαπατήσεις
αυτός / αυτή / αυτό εξαπατήσει
εμείς εξαπατήσουμε
εσείς εξαπατήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαπατήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εξαπάτα
εσείς εξαπατάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξαπάτησε
εσείς εξαπατήστε
Απαρέμφατο αορίστου
εξαπατήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξαπατώμαι - εξαπατιέμαι
εσύ εξαπατάσαι - εξαπατιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό εξαπατάται - εξαπατιέται
εμείς εξαπατόμαστε
εσείς εξαπατάστε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαπατώνται - εξαπατιούνται
Παρατατικός
εγώ —² - εξαπατιόμουν
εσύ — - εξαπατιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό {εξαπατάτο} - εξαπατιόταν
εμείς — - εξαπατιόμασταν
εσείς — - εξαπατιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά {εξαπατώντο} - εξαπατιόνταν
Αόριστος
εγώ εξαπατήθηκα
εσύ εξαπατήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό εξαπατήθηκε
εμείς εξαπατηθήκαμε
εσείς εξαπατηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαπατήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξαπατηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξαπατηθώ
εσύ εξαπατηθείς
αυτός / αυτή / αυτό εξαπατηθεί
εμείς εξαπατηθούμε
εσείς εξαπατηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαπατηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εξαπατάστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξαπατήσου
εσείς εξαπατηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εξαπατηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary