Conjugation of εξαπατώ
e.ksa.paˈtoξεγελάω με πονηριά κάποιον εκμεταλλευόμενος την αφέλεια ή την ευπιστία του και (ενδεχομένως) παρανομώντας Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εξαπατώ - εξαπατάω |
| εσύ | εξαπατάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξαπατά - εξαπατάει |
| εμείς | εξαπατούμε |
| εσείς | εξαπατάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξαπατούν - εξαπατάνε |
Παρατατικός
| εγώ | εξαπατούσα |
| εσύ | εξαπατούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξαπατούσε |
| εμείς | εξαπατούσαμε |
| εσείς | εξαπατούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξαπατούσαν |
Αόριστος
| εγώ | εξαπάτησα |
| εσύ | εξαπάτησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξαπάτησε |
| εμείς | εξαπατήσαμε |
| εσείς | εξαπατήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξαπάτησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εξαπατήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εξαπατήσω |
| εσύ | εξαπατήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξαπατήσει |
| εμείς | εξαπατήσουμε |
| εσείς | εξαπατήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξαπατήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | εξαπάτα |
| εσείς | εξαπατάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εξαπάτησε |
| εσείς | εξαπατήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εξαπατήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εξαπατώμαι - εξαπατιέμαι |
| εσύ | εξαπατάσαι - εξαπατιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξαπατάται - εξαπατιέται |
| εμείς | εξαπατόμαστε |
| εσείς | εξαπατάστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξαπατώνται - εξαπατιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | —² - εξαπατιόμουν |
| εσύ | — - εξαπατιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | {εξαπατάτο} - εξαπατιόταν |
| εμείς | — - εξαπατιόμασταν |
| εσείς | — - εξαπατιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | {εξαπατώντο} - εξαπατιόνταν |
Αόριστος
| εγώ | εξαπατήθηκα |
| εσύ | εξαπατήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξαπατήθηκε |
| εμείς | εξαπατηθήκαμε |
| εσείς | εξαπατηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξαπατήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εξαπατηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εξαπατηθώ |
| εσύ | εξαπατηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξαπατηθεί |
| εμείς | εξαπατηθούμε |
| εσείς | εξαπατηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξαπατηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εξαπατάστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εξαπατήσου |
| εσείς | εξαπατηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εξαπατηθεί |