HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εξαντλώ — definition

Conjugation of εξαντλώ

Regular CEFR B1
e.ksandˈlo

τελειώνω κάποια πράγματα, επειδή τα κατανάλωσα ή τα χρησιμοποίησα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξαντλώ
εσύ εξαντλείς
αυτός / αυτή / αυτό εξαντλεί
εμείς εξαντλούμε
εσείς εξαντλείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαντλούν
Παρατατικός
εγώ εξαντλούσα
εσύ εξαντλούσες
αυτός / αυτή / αυτό εξαντλούσε
εμείς εξαντλούσαμε
εσείς εξαντλούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαντλούσαν
Αόριστος
εγώ εξάντλησα
εσύ εξάντλησες
αυτός / αυτή / αυτό εξάντλησε
εμείς εξαντλήσαμε
εσείς εξαντλήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξάντλησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξαντλήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξαντλήσω
εσύ εξαντλήσεις
αυτός / αυτή / αυτό εξαντλήσει
εμείς εξαντλήσουμε
εσείς εξαντλήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαντλήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εξαντλείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξάντλησε
εσείς εξαντλήστε
Απαρέμφατο αορίστου
εξαντλήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξαντλούμαι
εσύ εξαντλείσαι
αυτός / αυτή / αυτό εξαντλείται
εμείς εξαντλούμαστε
εσείς εξαντλείστε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαντλούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό εξαντλούνταν
εμείς εξαντλούμασταν
εσείς [εξαντλούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά εξαντλούνταν
Αόριστος
εγώ εξαντλήθηκα
εσύ εξαντλήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό εξαντλήθηκε
εμείς εξαντληθήκαμε
εσείς εξαντληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαντλήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξαντληθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξαντληθώ
εσύ εξαντληθείς
αυτός / αυτή / αυτό εξαντληθεί
εμείς εξαντληθούμε
εσείς εξαντληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαντληθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εξαντλείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξαντλήσου
εσείς εξαντληθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εξαντληθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary