HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εξαγνίζω — definition

Conjugation of εξαγνίζω

Regular CEFR B2
e.ksaˈɣni.zo

καθαρίζω, απαλλάσσω από ηθικό παράπτωμα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξαγνίζω
εσύ εξαγνίζεις
αυτός / αυτή / αυτό εξαγνίζει
εμείς εξαγνίζουμε
εσείς εξαγνίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαγνίζουν
Παρατατικός
εγώ εξάγνιζα
εσύ εξάγνιζες
αυτός / αυτή / αυτό εξάγνιζε
εμείς εξαγνίζαμε
εσείς εξαγνίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξάγνιζαν
Αόριστος
εγώ εξάγνισα
εσύ εξάγνισες
αυτός / αυτή / αυτό εξάγνισε
εμείς εξαγνίσαμε
εσείς εξαγνίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξάγνισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξαγνίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξαγνίσω
εσύ εξαγνίσεις
αυτός / αυτή / αυτό εξαγνίσει
εμείς εξαγνίσουμε
εσείς εξαγνίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαγνίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εξάγνιζε
εσείς εξαγνίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξάγνισε
εσείς εξαγνίστε
Απαρέμφατο αορίστου
εξαγνίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εξαγνίζομαι
εσύ εξαγνίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εξαγνίζεται
εμείς εξαγνιζόμαστε
εσείς εξαγνίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαγνίζονται
Παρατατικός
εγώ εξαγνιζόμουν
εσύ εξαγνιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εξαγνιζόταν
εμείς εξαγνιζόμασταν
εσείς εξαγνιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εξαγνίζονταν
Αόριστος
εγώ εξαγνίστηκα
εσύ εξαγνίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό εξαγνίστηκε
εμείς εξαγνιστήκαμε
εσείς εξαγνιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαγνίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εξαγνιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εξαγνιστώ
εσύ εξαγνιστείς
αυτός / αυτή / αυτό εξαγνιστεί
εμείς εξαγνιστούμε
εσείς εξαγνιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εξαγνιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εξαγνίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εξαγνίσου
εσείς εξαγνιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εξαγνιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary