Conjugation of εξαγνίζω
e.ksaˈɣni.zoκαθαρίζω, απαλλάσσω από ηθικό παράπτωμα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εξαγνίζω |
| εσύ | εξαγνίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξαγνίζει |
| εμείς | εξαγνίζουμε |
| εσείς | εξαγνίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξαγνίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | εξάγνιζα |
| εσύ | εξάγνιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξάγνιζε |
| εμείς | εξαγνίζαμε |
| εσείς | εξαγνίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξάγνιζαν |
Αόριστος
| εγώ | εξάγνισα |
| εσύ | εξάγνισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξάγνισε |
| εμείς | εξαγνίσαμε |
| εσείς | εξαγνίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξάγνισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εξαγνίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εξαγνίσω |
| εσύ | εξαγνίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξαγνίσει |
| εμείς | εξαγνίσουμε |
| εσείς | εξαγνίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξαγνίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | εξάγνιζε |
| εσείς | εξαγνίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εξάγνισε |
| εσείς | εξαγνίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εξαγνίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εξαγνίζομαι |
| εσύ | εξαγνίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξαγνίζεται |
| εμείς | εξαγνιζόμαστε |
| εσείς | εξαγνίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξαγνίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | εξαγνιζόμουν |
| εσύ | εξαγνιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξαγνιζόταν |
| εμείς | εξαγνιζόμασταν |
| εσείς | εξαγνιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξαγνίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | εξαγνίστηκα |
| εσύ | εξαγνίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξαγνίστηκε |
| εμείς | εξαγνιστήκαμε |
| εσείς | εξαγνιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξαγνίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εξαγνιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εξαγνιστώ |
| εσύ | εξαγνιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξαγνιστεί |
| εμείς | εξαγνιστούμε |
| εσείς | εξαγνιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξαγνιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εξαγνίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εξαγνίσου |
| εσείς | εξαγνιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εξαγνιστεί |