Conjugation of ενώνω
eˈno.noσυνδέω διάφορα πρόσωπα ή πράγματα σε μία ενότητα ή σύνολο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ενώνω |
| εσύ | ενώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενώνει |
| εμείς | ενώνουμε |
| εσείς | ενώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | ένωνα |
| εσύ | ένωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ένωνε |
| εμείς | ενώναμε |
| εσείς | ενώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ένωναν |
Αόριστος
| εγώ | ένωσα |
| εσύ | ένωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ένωσε |
| εμείς | ενώσαμε |
| εσείς | ενώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ένωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ενώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ενώσω |
| εσύ | ενώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενώσει |
| εμείς | ενώσουμε |
| εσείς | ενώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ένωνε |
| εσείς | ενώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ένωσε |
| εσείς | ενώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ενώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ενώνομαι |
| εσύ | ενώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενώνεται |
| εμείς | ενωνόμαστε |
| εσείς | ενώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | ενωνόμουν |
| εσύ | ενωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενωνόταν |
| εμείς | ενωνόμασταν |
| εσείς | ενωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | ενώθηκα |
| εσύ | ενώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενώθηκε |
| εμείς | ενωθήκαμε |
| εσείς | ενωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ενωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ενωθώ |
| εσύ | ενωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενωθεί |
| εμείς | ενωθούμε |
| εσείς | ενωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ενώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ενώσου |
| εσείς | ενωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ενωθεί |