Conjugation of εντοπίζω
βρίσκω τον τόπο που υπάρχει κάποιος ή κάτι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εντοπίζω |
| εσύ | εντοπίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εντοπίζει |
| εμείς | εντοπίζουμε |
| εσείς | εντοπίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εντοπίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | εντόπιζα |
| εσύ | εντόπιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εντόπιζε |
| εμείς | εντοπίζαμε |
| εσείς | εντοπίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εντόπιζαν |
Αόριστος
| εγώ | εντόπισα |
| εσύ | εντόπισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εντόπισε |
| εμείς | εντοπίσαμε |
| εσείς | εντοπίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εντόπισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εντοπίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εντοπίσω |
| εσύ | εντοπίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εντοπίσει |
| εμείς | εντοπίσουμε |
| εσείς | εντοπίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εντοπίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | εντόπιζε |
| εσείς | εντοπίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εντόπισε |
| εσείς | εντοπίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εντοπίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εντοπίζομαι |
| εσύ | εντοπίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εντοπίζεται |
| εμείς | εντοπιζόμαστε |
| εσείς | εντοπίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εντοπίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | εντοπιζόμουν |
| εσύ | εντοπιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εντοπιζόταν |
| εμείς | εντοπιζόμασταν |
| εσείς | εντοπιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εντοπίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | εντοπίστηκα |
| εσύ | εντοπίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εντοπίστηκε |
| εμείς | εντοπιστήκαμε |
| εσείς | εντοπιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εντοπίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εντοπιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εντοπιστώ |
| εσύ | εντοπιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εντοπιστεί |
| εμείς | εντοπιστούμε |
| εσείς | εντοπιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εντοπιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εντοπίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εντοπίσου |
| εσείς | εντοπιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εντοπιστεί |