HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εντοπίζω — definition

Conjugation of εντοπίζω

Regular CEFR C2

βρίσκω τον τόπο που υπάρχει κάποιος ή κάτι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εντοπίζω
εσύ εντοπίζεις
αυτός / αυτή / αυτό εντοπίζει
εμείς εντοπίζουμε
εσείς εντοπίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά εντοπίζουν
Παρατατικός
εγώ εντόπιζα
εσύ εντόπιζες
αυτός / αυτή / αυτό εντόπιζε
εμείς εντοπίζαμε
εσείς εντοπίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά εντόπιζαν
Αόριστος
εγώ εντόπισα
εσύ εντόπισες
αυτός / αυτή / αυτό εντόπισε
εμείς εντοπίσαμε
εσείς εντοπίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εντόπισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εντοπίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εντοπίσω
εσύ εντοπίσεις
αυτός / αυτή / αυτό εντοπίσει
εμείς εντοπίσουμε
εσείς εντοπίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εντοπίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εντόπιζε
εσείς εντοπίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εντόπισε
εσείς εντοπίστε
Απαρέμφατο αορίστου
εντοπίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εντοπίζομαι
εσύ εντοπίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εντοπίζεται
εμείς εντοπιζόμαστε
εσείς εντοπίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εντοπίζονται
Παρατατικός
εγώ εντοπιζόμουν
εσύ εντοπιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εντοπιζόταν
εμείς εντοπιζόμασταν
εσείς εντοπιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εντοπίζονταν
Αόριστος
εγώ εντοπίστηκα
εσύ εντοπίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό εντοπίστηκε
εμείς εντοπιστήκαμε
εσείς εντοπιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εντοπίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εντοπιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εντοπιστώ
εσύ εντοπιστείς
αυτός / αυτή / αυτό εντοπιστεί
εμείς εντοπιστούμε
εσείς εντοπιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εντοπιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εντοπίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εντοπίσου
εσείς εντοπιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εντοπιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary