HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ενσκήπτω — definition

Conjugation of ενσκήπτω

Regular CEFR B2
enˈsci.pto

εμφανίζομαι ξαφνικά και πλήττω κάποιον ή κάτι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ενσκήπτω
εσύ ενσκήπτεις
αυτός / αυτή / αυτό ενσκήπτει
εμείς ενσκήπτουμε
εσείς ενσκήπτετε
αυτοί / αυτές / αυτά ενσκήπτουν
Παρατατικός
εγώ ενέσκηπτα
εσύ ενέσκηπτες
αυτός / αυτή / αυτό ενέσκηπτε
εμείς ενσκήπταμε
εσείς ενσκήπτατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενέσκηπταν
Αόριστος
εγώ ενέσκηψα
εσύ ενέσκηψες
αυτός / αυτή / αυτό ενέσκηψε
εμείς ενσκήψαμε
εσείς ενσκήψατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενέσκηψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ενσκήψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ενσκήψω
εσύ ενσκήψεις
αυτός / αυτή / αυτό ενσκήψει
εμείς ενσκήψουμε
εσείς ενσκήψετε
αυτοί / αυτές / αυτά ενσκήψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ενσκήπτετε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς ενσκήψτε
Απαρέμφατο αορίστου
ενσκήψει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary