Conjugation of ενσκήπτω
enˈsci.ptoεμφανίζομαι ξαφνικά και πλήττω κάποιον ή κάτι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ενσκήπτω |
| εσύ | ενσκήπτεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενσκήπτει |
| εμείς | ενσκήπτουμε |
| εσείς | ενσκήπτετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενσκήπτουν |
Παρατατικός
| εγώ | ενέσκηπτα |
| εσύ | ενέσκηπτες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενέσκηπτε |
| εμείς | ενσκήπταμε |
| εσείς | ενσκήπτατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενέσκηπταν |
Αόριστος
| εγώ | ενέσκηψα |
| εσύ | ενέσκηψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενέσκηψε |
| εμείς | ενσκήψαμε |
| εσείς | ενσκήψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενέσκηψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ενσκήψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ενσκήψω |
| εσύ | ενσκήψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενσκήψει |
| εμείς | ενσκήψουμε |
| εσείς | ενσκήψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενσκήψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ενσκήπτετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | ενσκήψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ενσκήψει |