HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ενοχλώ — definition

Conjugation of ενοχλώ

Regular CEFR B2
enoˈxlo

πειράζω κάποιον και τον στεναχωρώ σε κάποιο βαθμό, τον δυσαρεστώ ή του χαλάω την ησυχία ή την ηρεμία του Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ενοχλώ
εσύ ενοχλείς
αυτός / αυτή / αυτό ενοχλεί
εμείς ενοχλούμε
εσείς ενοχλείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ενοχλούν
Παρατατικός
εγώ ενοχλούσα
εσύ ενοχλούσες
αυτός / αυτή / αυτό ενοχλούσε
εμείς ενοχλούσαμε
εσείς ενοχλούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενοχλούσαν
Αόριστος
εγώ ενόχλησα
εσύ ενόχλησες
αυτός / αυτή / αυτό ενόχλησε
εμείς ενοχλήσαμε
εσείς ενοχλήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενόχλησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ενοχλήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ενοχλήσω
εσύ ενοχλήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ενοχλήσει
εμείς ενοχλήσουμε
εσείς ενοχλήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ενοχλήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ενοχλείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ενόχλησε
εσείς ενοχλήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ενοχλήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ενοχλούμαι
εσύ ενοχλείσαι
αυτός / αυτή / αυτό ενοχλείται
εμείς ενοχλούμαστε
εσείς ενοχλείστε
αυτοί / αυτές / αυτά ενοχλούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό ενοχλούνταν
εμείς ενοχλούμασταν
εσείς [ενοχλούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά ενοχλούνταν
Αόριστος
εγώ ενοχλήθηκα
εσύ ενοχλήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ενοχλήθηκε
εμείς ενοχληθήκαμε
εσείς ενοχληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενοχλήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ενοχληθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ενοχληθώ
εσύ ενοχληθείς
αυτός / αυτή / αυτό ενοχληθεί
εμείς ενοχληθούμε
εσείς ενοχληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ενοχληθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ενοχλείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ενοχλήσου
εσείς ενοχληθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ενοχληθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary