HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ενοποιώ — definition

Conjugation of ενοποιώ

Regular CEFR B1
e.no.piˈo

ενώνω στοιχεία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ενοποιώ
εσύ ενοποιείς
αυτός / αυτή / αυτό ενοποιεί
εμείς ενοποιούμε
εσείς ενοποιείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ενοποιούν
Παρατατικός
εγώ ενοποιούσα
εσύ ενοποιούσες
αυτός / αυτή / αυτό ενοποιούσε
εμείς ενοποιούσαμε
εσείς ενοποιούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενοποιούσαν
Αόριστος
εγώ ενοποίησα
εσύ ενοποίησες
αυτός / αυτή / αυτό ενοποίησε
εμείς ενοποιήσαμε
εσείς ενοποιήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενοποίησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ενοποιήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ενοποιήσω
εσύ ενοποιήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ενοποιήσει
εμείς ενοποιήσουμε
εσείς ενοποιήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ενοποιήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ενοποιείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ενοποίησε
εσείς ενοποιήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ενοποιήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ενοποιούμαι
εσύ ενοποιείσαι
αυτός / αυτή / αυτό ενοποιείται
εμείς ενοποιούμαστε
εσείς ενοποιείστε
αυτοί / αυτές / αυτά ενοποιούνται
Παρατατικός
εγώ ενοποιούμουν
εσύ ενοποιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ενοποιούνταν
εμείς ενοποιούμασταν
εσείς [ενοποιούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά ενοποιούνταν
Αόριστος
εγώ ενοποιήθηκα
εσύ ενοποιήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ενοποιήθηκε
εμείς ενοποιηθήκαμε
εσείς ενοποιηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενοποιήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ενοποιηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ενοποιηθώ
εσύ ενοποιηθείς
αυτός / αυτή / αυτό ενοποιηθεί
εμείς ενοποιηθούμε
εσείς ενοποιηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ενοποιηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ενοποιείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ενοποιήσου
εσείς ενοποιηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ενοποιηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary