HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ενοικιάζω — definition

Conjugation of ενοικιάζω

Regular CEFR B2
e.ni.ciˈa.zo

to rent (as tenant: to take a lease of premises in exchange for rent) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ενοικιάζω
εσύ ενοικιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό ενοικιάζει
εμείς ενοικιάζουμε
εσείς ενοικιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ενοικιάζουν
Παρατατικός
εγώ ενοικίαζα
εσύ ενοικίαζες
αυτός / αυτή / αυτό ενοικίαζε
εμείς ενοικιάζαμε
εσείς ενοικιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενοικίαζαν
Αόριστος
εγώ ενοικίασα
εσύ ενοικίασες
αυτός / αυτή / αυτό ενοικίασε
εμείς ενοικιάσαμε
εσείς ενοικιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενοικίασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ενοικιάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ενοικιάσω
εσύ ενοικιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό ενοικιάσει
εμείς ενοικιάσουμε
εσείς ενοικιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ενοικιάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ενοικίαζε
εσείς ενοικιάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ενοικίασε
εσείς ενοικιάστε
Απαρέμφατο αορίστου
ενοικιάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ενοικιάζομαι
εσύ ενοικιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ενοικιάζεται
εμείς ενοικιαζόμαστε
εσείς ενοικιάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ενοικιάζονται
Παρατατικός
εγώ ενοικιαζόμουν
εσύ ενοικιαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ενοικιαζόταν
εμείς ενοικιαζόμασταν
εσείς ενοικιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ενοικιάζονταν
Αόριστος
εγώ ενοικιάστηκα
εσύ ενοικιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ενοικιάστηκε
εμείς ενοικιαστήκαμε
εσείς ενοικιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενοικιάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ενοικιαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ενοικιαστώ
εσύ ενοικιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό ενοικιαστεί
εμείς ενοικιαστούμε
εσείς ενοικιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ενοικιαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ενοικιάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ενοικιάσου
εσείς ενοικιαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ενοικιαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary