Conjugation of ενοικιάζω
e.ni.ciˈa.zoto rent (as tenant: to take a lease of premises in exchange for rent) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ενοικιάζω |
| εσύ | ενοικιάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενοικιάζει |
| εμείς | ενοικιάζουμε |
| εσείς | ενοικιάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενοικιάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ενοικίαζα |
| εσύ | ενοικίαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενοικίαζε |
| εμείς | ενοικιάζαμε |
| εσείς | ενοικιάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενοικίαζαν |
Αόριστος
| εγώ | ενοικίασα |
| εσύ | ενοικίασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενοικίασε |
| εμείς | ενοικιάσαμε |
| εσείς | ενοικιάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενοικίασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ενοικιάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ενοικιάσω |
| εσύ | ενοικιάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενοικιάσει |
| εμείς | ενοικιάσουμε |
| εσείς | ενοικιάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενοικιάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ενοικίαζε |
| εσείς | ενοικιάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ενοικίασε |
| εσείς | ενοικιάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ενοικιάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ενοικιάζομαι |
| εσύ | ενοικιάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενοικιάζεται |
| εμείς | ενοικιαζόμαστε |
| εσείς | ενοικιάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενοικιάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | ενοικιαζόμουν |
| εσύ | ενοικιαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενοικιαζόταν |
| εμείς | ενοικιαζόμασταν |
| εσείς | ενοικιαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενοικιάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | ενοικιάστηκα |
| εσύ | ενοικιάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενοικιάστηκε |
| εμείς | ενοικιαστήκαμε |
| εσείς | ενοικιαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενοικιάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ενοικιαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ενοικιαστώ |
| εσύ | ενοικιαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενοικιαστεί |
| εμείς | ενοικιαστούμε |
| εσείς | ενοικιαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενοικιαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ενοικιάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ενοικιάσου |
| εσείς | ενοικιαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ενοικιαστεί |