Conjugation of εννοώ
e.noˈoεπιμένω σε κάτι, λέω κάτι στα σοβαρά, σοβαρολογώ Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εννοώ |
| εσύ | εννοείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εννοεί |
| εμείς | εννοούμε |
| εσείς | εννοείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εννοούν |
Παρατατικός
| εγώ | εννοούσα |
| εσύ | εννοούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εννοούσε |
| εμείς | εννοούσαμε |
| εσείς | εννοούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εννοούσαν |
Αόριστος
| εγώ | εννόησα |
| εσύ | εννόησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εννόησε |
| εμείς | εννοήσαμε |
| εσείς | εννοήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εννόησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εννοήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εννοήσω |
| εσύ | εννοήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εννοήσει |
| εμείς | εννοήσουμε |
| εσείς | εννοήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εννοήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εννοείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εννόησε |
| εσείς | εννοήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εννοήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εννοούμαι |
| εσύ | εννοείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εννοείται |
| εμείς | εννοούμαστε |
| εσείς | εννοείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εννοούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | εννοούνταν |
| εμείς | εννοούμασταν |
| εσείς | [εννοούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εννοούνταν |
Αόριστος
| εγώ | εννοήθηκα |
| εσύ | εννοήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εννοήθηκε |
| εμείς | εννοηθήκαμε |
| εσείς | εννοηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εννοήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εννοηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εννοηθώ |
| εσύ | εννοηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εννοηθεί |
| εμείς | εννοηθούμε |
| εσείς | εννοηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εννοηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εννοείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εννοήσου |
| εσείς | εννοηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εννοηθεί |