HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ενισχύω — definition

Conjugation of ενισχύω

Regular CEFR B1
e.niˈsçi.o

κάνω κάτι πιο ισχυρό, πιο ανθεκτικό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ενισχύω
εσύ ενισχύεις
αυτός / αυτή / αυτό ενισχύει
εμείς ενισχύουμε
εσείς ενισχύετε
αυτοί / αυτές / αυτά ενισχύουν
Παρατατικός
εγώ ενίσχυα
εσύ ενίσχυες
αυτός / αυτή / αυτό ενίσχυε
εμείς ενισχύαμε
εσείς ενισχύατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενίσχυαν
Αόριστος
εγώ ενίσχυσα
εσύ ενίσχυσες
αυτός / αυτή / αυτό ενίσχυσε
εμείς ενισχύσαμε
εσείς ενισχύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενίσχυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ενισχύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ενισχύσω
εσύ ενισχύσεις
αυτός / αυτή / αυτό ενισχύσει
εμείς ενισχύσουμε
εσείς ενισχύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ενισχύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ενίσχυε
εσείς ενισχύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ενίσχυσε
εσείς ενισχύστε
Απαρέμφατο αορίστου
ενισχύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ενισχύομαι
εσύ ενισχύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ενισχύεται
εμείς ενισχυόμαστε
εσείς ενισχύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ενισχύονται
Παρατατικός
εγώ ενισχυόμουν
εσύ ενισχυόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ενισχυόταν
εμείς ενισχυόμασταν
εσείς ενισχυόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ενισχύονταν
Αόριστος
εγώ ενισχύθηκα
εσύ ενισχύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ενισχύθηκε
εμείς ενισχυθήκαμε
εσείς ενισχυθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενισχύθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ενισχυθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ενισχυθώ
εσύ ενισχυθείς
αυτός / αυτή / αυτό ενισχυθεί
εμείς ενισχυθούμε
εσείς ενισχυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ενισχυθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ενισχύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ενισχύσου
εσείς ενισχυθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ενισχυθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary