Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ενισχύω |
| εσύ | ενισχύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενισχύει |
| εμείς | ενισχύουμε |
| εσείς | ενισχύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενισχύουν |
Παρατατικός
| εγώ | ενίσχυα |
| εσύ | ενίσχυες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενίσχυε |
| εμείς | ενισχύαμε |
| εσείς | ενισχύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενίσχυαν |
Αόριστος
| εγώ | ενίσχυσα |
| εσύ | ενίσχυσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενίσχυσε |
| εμείς | ενισχύσαμε |
| εσείς | ενισχύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενίσχυσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ενισχύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ενισχύσω |
| εσύ | ενισχύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενισχύσει |
| εμείς | ενισχύσουμε |
| εσείς | ενισχύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενισχύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ενίσχυε |
| εσείς | ενισχύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ενίσχυσε |
| εσείς | ενισχύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ενισχύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ενισχύομαι |
| εσύ | ενισχύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενισχύεται |
| εμείς | ενισχυόμαστε |
| εσείς | ενισχύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενισχύονται |
Παρατατικός
| εγώ | ενισχυόμουν |
| εσύ | ενισχυόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενισχυόταν |
| εμείς | ενισχυόμασταν |
| εσείς | ενισχυόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενισχύονταν |
Αόριστος
| εγώ | ενισχύθηκα |
| εσύ | ενισχύθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενισχύθηκε |
| εμείς | ενισχυθήκαμε |
| εσείς | ενισχυθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενισχύθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ενισχυθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ενισχυθώ |
| εσύ | ενισχυθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενισχυθεί |
| εμείς | ενισχυθούμε |
| εσείς | ενισχυθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενισχυθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ενισχύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ενισχύσου |
| εσείς | ενισχυθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ενισχυθεί |