Conjugation of ενεργώ
e.neɾˈɣoφέρνω κάποιο (θετικό) αποτέλεσμα (για ουσία, φάρμακο κ.λπ.) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ενεργώ |
| εσύ | ενεργείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενεργεί |
| εμείς | ενεργούμε |
| εσείς | ενεργείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενεργούν |
Παρατατικός
| εγώ | ενεργούσα |
| εσύ | ενεργούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενεργούσε |
| εμείς | ενεργούσαμε |
| εσείς | ενεργούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενεργούσαν |
Αόριστος
| εγώ | ενέργησα |
| εσύ | ενέργησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενέργησε |
| εμείς | ενεργήσαμε |
| εσείς | ενεργήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενέργησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ενεργήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ενεργήσω |
| εσύ | ενεργήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενεργήσει |
| εμείς | ενεργήσουμε |
| εσείς | ενεργήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενεργήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ενεργείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ενέργησε |
| εσείς | ενεργήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ενεργήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ενεργούμαι |
| εσύ | ενεργείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενεργείται |
| εμείς | ενεργούμαστε |
| εσείς | ενεργείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενεργούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | ενεργούνταν |
| εμείς | ενεργούμασταν |
| εσείς | [ενεργούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενεργούνταν |
Αόριστος
| εγώ | ενεργήθηκα |
| εσύ | ενεργήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενεργήθηκε |
| εμείς | ενεργηθήκαμε |
| εσείς | ενεργηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενεργήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ενεργηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ενεργηθώ |
| εσύ | ενεργηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενεργηθεί |
| εμείς | ενεργηθούμε |
| εσείς | ενεργηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενεργηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ενεργείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ενεργήσου |
| εσείς | ενεργηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ενεργηθεί |