HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ενεργώ — definition

Conjugation of ενεργώ

Regular CEFR C2
e.neɾˈɣo

φέρνω κάποιο (θετικό) αποτέλεσμα (για ουσία, φάρμακο κ.λπ.) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ενεργώ
εσύ ενεργείς
αυτός / αυτή / αυτό ενεργεί
εμείς ενεργούμε
εσείς ενεργείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ενεργούν
Παρατατικός
εγώ ενεργούσα
εσύ ενεργούσες
αυτός / αυτή / αυτό ενεργούσε
εμείς ενεργούσαμε
εσείς ενεργούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενεργούσαν
Αόριστος
εγώ ενέργησα
εσύ ενέργησες
αυτός / αυτή / αυτό ενέργησε
εμείς ενεργήσαμε
εσείς ενεργήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενέργησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ενεργήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ενεργήσω
εσύ ενεργήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ενεργήσει
εμείς ενεργήσουμε
εσείς ενεργήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ενεργήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ενεργείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ενέργησε
εσείς ενεργήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ενεργήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ενεργούμαι
εσύ ενεργείσαι
αυτός / αυτή / αυτό ενεργείται
εμείς ενεργούμαστε
εσείς ενεργείστε
αυτοί / αυτές / αυτά ενεργούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό ενεργούνταν
εμείς ενεργούμασταν
εσείς [ενεργούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά ενεργούνταν
Αόριστος
εγώ ενεργήθηκα
εσύ ενεργήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ενεργήθηκε
εμείς ενεργηθήκαμε
εσείς ενεργηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενεργήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ενεργηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ενεργηθώ
εσύ ενεργηθείς
αυτός / αυτή / αυτό ενεργηθεί
εμείς ενεργηθούμε
εσείς ενεργηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ενεργηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ενεργείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ενεργήσου
εσείς ενεργηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ενεργηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary