HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ενεδρεύω — definition

Conjugation of ενεδρεύω

Regular CEFR B2
e.neˈðɾe.vo

παρακολουθώ αθέατος άνθρωπο ή ζώο περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να επιτεθώ· στήνω ενέδρα, καρτέρι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ενεδρεύω
εσύ ενεδρεύεις
αυτός / αυτή / αυτό ενεδρεύει
εμείς ενεδρεύουμε
εσείς ενεδρεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά ενεδρεύουν
Παρατατικός
εγώ ενέδρευα
εσύ ενέδρευες
αυτός / αυτή / αυτό ενέδρευε
εμείς ενεδρεύαμε
εσείς ενεδρεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενέδρευαν
Αόριστος
εγώ ενέδρευσα
εσύ ενέδρευσες
αυτός / αυτή / αυτό ενέδρευσε
εμείς ενεδρεύσαμε
εσείς ενεδρεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενέδρευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ενεδρεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ενεδρεύσω
εσύ ενεδρεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό ενεδρεύσει
εμείς ενεδρεύσουμε
εσείς ενεδρεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ενεδρεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ενέδρευε
εσείς ενεδρεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ενέδρευσε
εσείς ενεδρεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
ενεδρεύσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary