Conjugation of ενδιατρίβω
en.ðiaˈtɾi.voασχολούμαι εξακολουθητικά ή με επιμονή με κάτι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ενδιατρίβω |
| εσύ | ενδιατρίβεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενδιατρίβει |
| εμείς | ενδιατρίβουμε |
| εσείς | ενδιατρίβετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενδιατρίβουν |
Παρατατικός
| εγώ | ενδιέτριβα |
| εσύ | ενδιέτριβες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενδιέτριβε |
| εμείς | ενδιατρίβαμε |
| εσείς | ενδιατρίβατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενδιέτριβαν |
Αόριστος
| εγώ | ενδιέτριψα |
| εσύ | ενδιέτριψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενδιέτριψε |
| εμείς | ενδιατρίψαμε |
| εσείς | ενδιατρίψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενδιέτριψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ενδιατρίψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ενδιατρίψω |
| εσύ | ενδιατρίψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενδιατρίψει |
| εμείς | ενδιατρίψουμε |
| εσείς | ενδιατρίψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενδιατρίψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ενδιατρίβετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | ενδιατρίψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ενδιατρίψει |