HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ενδιατρίβω — definition

Conjugation of ενδιατρίβω

Regular CEFR B2
en.ðiaˈtɾi.vo

ασχολούμαι εξακολουθητικά ή με επιμονή με κάτι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ενδιατρίβω
εσύ ενδιατρίβεις
αυτός / αυτή / αυτό ενδιατρίβει
εμείς ενδιατρίβουμε
εσείς ενδιατρίβετε
αυτοί / αυτές / αυτά ενδιατρίβουν
Παρατατικός
εγώ ενδιέτριβα
εσύ ενδιέτριβες
αυτός / αυτή / αυτό ενδιέτριβε
εμείς ενδιατρίβαμε
εσείς ενδιατρίβατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενδιέτριβαν
Αόριστος
εγώ ενδιέτριψα
εσύ ενδιέτριψες
αυτός / αυτή / αυτό ενδιέτριψε
εμείς ενδιατρίψαμε
εσείς ενδιατρίψατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενδιέτριψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ενδιατρίψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ενδιατρίψω
εσύ ενδιατρίψεις
αυτός / αυτή / αυτό ενδιατρίψει
εμείς ενδιατρίψουμε
εσείς ενδιατρίψετε
αυτοί / αυτές / αυτά ενδιατρίψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ενδιατρίβετε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς ενδιατρίψτε
Απαρέμφατο αορίστου
— ενδιατρίψει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary