HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εμπλουτίζω — definition

Conjugation of εμπλουτίζω

Regular CEFR B2
e(m).bluˈti.zo

αυξάνω την περιεκτικότητα σε κάτι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εμπλουτίζω
εσύ εμπλουτίζεις
αυτός / αυτή / αυτό εμπλουτίζει
εμείς εμπλουτίζουμε
εσείς εμπλουτίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά εμπλουτίζουν
Παρατατικός
εγώ εμπλούτιζα
εσύ εμπλούτιζες
αυτός / αυτή / αυτό εμπλούτιζε
εμείς εμπλουτίζαμε
εσείς εμπλουτίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά εμπλούτιζαν
Αόριστος
εγώ εμπλούτισα
εσύ εμπλούτισες
αυτός / αυτή / αυτό εμπλούτισε
εμείς εμπλουτίσαμε
εσείς εμπλουτίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εμπλούτισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εμπλουτίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εμπλουτίσω
εσύ εμπλουτίσεις
αυτός / αυτή / αυτό εμπλουτίσει
εμείς εμπλουτίσουμε
εσείς εμπλουτίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εμπλουτίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εμπλούτιζε
εσείς εμπλουτίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εμπλούτισε
εσείς εμπλουτίστε
Απαρέμφατο αορίστου
εμπλουτίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εμπλουτίζομαι
εσύ εμπλουτίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εμπλουτίζεται
εμείς εμπλουτίζόμαστε
εσείς εμπλουτίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εμπλουτίζονται
Παρατατικός
εγώ εμπλουτίζόμουν
εσύ εμπλουτίζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εμπλουτίζόταν
εμείς εμπλουτίζόμασταν
εσείς εμπλουτίζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εμπλουτίζονταν
Αόριστος
εγώ εμπλουτίστηκα
εσύ εμπλουτίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό εμπλουτίστηκε
εμείς εμπλουτιστήκαμε
εσείς εμπλουτιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εμπλουτίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εμπλουτιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εμπλουτιστώ
εσύ εμπλουτιστείς
αυτός / αυτή / αυτό εμπλουτιστεί
εμείς εμπλουτιστούμε
εσείς εμπλουτιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εμπλουτιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εμπλουτίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εμπλουτίσου
εσείς εμπλουτιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εμπλουτιστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary