Conjugation of εμπλουτίζω
e(m).bluˈti.zoαυξάνω την περιεκτικότητα σε κάτι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εμπλουτίζω |
| εσύ | εμπλουτίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εμπλουτίζει |
| εμείς | εμπλουτίζουμε |
| εσείς | εμπλουτίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εμπλουτίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | εμπλούτιζα |
| εσύ | εμπλούτιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εμπλούτιζε |
| εμείς | εμπλουτίζαμε |
| εσείς | εμπλουτίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εμπλούτιζαν |
Αόριστος
| εγώ | εμπλούτισα |
| εσύ | εμπλούτισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εμπλούτισε |
| εμείς | εμπλουτίσαμε |
| εσείς | εμπλουτίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εμπλούτισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εμπλουτίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εμπλουτίσω |
| εσύ | εμπλουτίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εμπλουτίσει |
| εμείς | εμπλουτίσουμε |
| εσείς | εμπλουτίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εμπλουτίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | εμπλούτιζε |
| εσείς | εμπλουτίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εμπλούτισε |
| εσείς | εμπλουτίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εμπλουτίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εμπλουτίζομαι |
| εσύ | εμπλουτίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εμπλουτίζεται |
| εμείς | εμπλουτίζόμαστε |
| εσείς | εμπλουτίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εμπλουτίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | εμπλουτίζόμουν |
| εσύ | εμπλουτίζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εμπλουτίζόταν |
| εμείς | εμπλουτίζόμασταν |
| εσείς | εμπλουτίζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εμπλουτίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | εμπλουτίστηκα |
| εσύ | εμπλουτίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εμπλουτίστηκε |
| εμείς | εμπλουτιστήκαμε |
| εσείς | εμπλουτιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εμπλουτίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εμπλουτιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εμπλουτιστώ |
| εσύ | εμπλουτιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εμπλουτιστεί |
| εμείς | εμπλουτιστούμε |
| εσείς | εμπλουτιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εμπλουτιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εμπλουτίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εμπλουτίσου |
| εσείς | εμπλουτιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εμπλουτιστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.