HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εμπλέκω — definition

Conjugation of εμπλέκω

Regular CEFR B1

ανακατεύω (κάποιον) σε υπόθεση, διαδικασία κ.λπ. που συχνά εξελίσσεται αρνητικά Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εμπλέκω
εσύ εμπλέκεις
αυτός / αυτή / αυτό εμπλέκει
εμείς εμπλέκουμε
εσείς εμπλέκετε
αυτοί / αυτές / αυτά εμπλέκουν
Παρατατικός
εγώ ενέπλεκα
εσύ ενέπλεκες
αυτός / αυτή / αυτό ενέπλεκε
εμείς εμπλέκαμε
εσείς εμπλέκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενέπλεκαν
Αόριστος
εγώ ενέπλεξα
εσύ ενέπλεξες
αυτός / αυτή / αυτό ενέπλεξε
εμείς εμπλέξαμε
εσείς εμπλέξατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενέπλεξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εμπλέξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εμπλέξω
εσύ εμπλέξεις
αυτός / αυτή / αυτό εμπλέξει
εμείς εμπλέξουμε
εσείς εμπλέξετε
αυτοί / αυτές / αυτά εμπλέξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εμπλέκε
εσείς εμπλέκετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εμπλέξε
εσείς εμπλέξτε
Απαρέμφατο αορίστου
εμπλέξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εμπλέκομαι
εσύ εμπλέκεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εμπλέκεται
εμείς εμπλεκόμαστε
εσείς εμπλέκεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εμπλέκονται
Παρατατικός
εγώ εμπλεκόμουν
εσύ εμπλεκόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εμπλεκόταν
εμείς εμπλεκόμασταν
εσείς εμπλεκόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εμπλέκονταν
Αόριστος
εγώ ενεπλάκην
εσύ ενεπλάκης
αυτός / αυτή / αυτό ενεπλάκη
εμείς εμπλακήκαμε
εσείς εμπλακήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενεπλάκησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εμπλακώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εμπλακώ
εσύ εμπλακείς
αυτός / αυτή / αυτό εμπλακεί
εμείς εμπλακούμε
εσείς εμπλακείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εμπλακούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εμπλέκεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εμπλέξου
εσείς εμπλακείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εμπλακεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary