Conjugation of εμπλέκω
ανακατεύω (κάποιον) σε υπόθεση, διαδικασία κ.λπ. που συχνά εξελίσσεται αρνητικά Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εμπλέκω |
| εσύ | εμπλέκεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εμπλέκει |
| εμείς | εμπλέκουμε |
| εσείς | εμπλέκετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εμπλέκουν |
Παρατατικός
| εγώ | ενέπλεκα |
| εσύ | ενέπλεκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενέπλεκε |
| εμείς | εμπλέκαμε |
| εσείς | εμπλέκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενέπλεκαν |
Αόριστος
| εγώ | ενέπλεξα |
| εσύ | ενέπλεξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενέπλεξε |
| εμείς | εμπλέξαμε |
| εσείς | εμπλέξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενέπλεξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εμπλέξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εμπλέξω |
| εσύ | εμπλέξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εμπλέξει |
| εμείς | εμπλέξουμε |
| εσείς | εμπλέξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εμπλέξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | εμπλέκε |
| εσείς | εμπλέκετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εμπλέξε |
| εσείς | εμπλέξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εμπλέξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εμπλέκομαι |
| εσύ | εμπλέκεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εμπλέκεται |
| εμείς | εμπλεκόμαστε |
| εσείς | εμπλέκεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εμπλέκονται |
Παρατατικός
| εγώ | εμπλεκόμουν |
| εσύ | εμπλεκόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εμπλεκόταν |
| εμείς | εμπλεκόμασταν |
| εσείς | εμπλεκόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εμπλέκονταν |
Αόριστος
| εγώ | ενεπλάκην |
| εσύ | ενεπλάκης |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενεπλάκη |
| εμείς | εμπλακήκαμε |
| εσείς | εμπλακήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενεπλάκησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εμπλακώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εμπλακώ |
| εσύ | εμπλακείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εμπλακεί |
| εμείς | εμπλακούμε |
| εσείς | εμπλακείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εμπλακούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εμπλέκεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εμπλέξου |
| εσείς | εμπλακείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εμπλακεί |