HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εμπαίζω — definition

Conjugation of εμπαίζω

Regular CEFR B1
emˈbe.zo

συμπεριφέρομαι προσβλητικά ή περιφρονητικά σε κάποιον, με αστεϊσμούς σε βάρος του Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εμπαίζω
εσύ εμπαίζεις
αυτός / αυτή / αυτό εμπαίζει
εμείς εμπαίζουμε
εσείς εμπαίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά εμπαίζουν
Παρατατικός
εγώ ενέπαιζα
εσύ ενέπαιζες
αυτός / αυτή / αυτό ενέπαιζε
εμείς εμπαίζαμε
εσείς εμπαίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενέπαιζαν
Αόριστος
εγώ ενέπαιξα
εσύ ενέπαιξες
αυτός / αυτή / αυτό ενέπαιξε
εμείς εμπαίξαμε
εσείς εμπαίξατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενέπαιξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εμπαίξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εμπαίξω
εσύ εμπαίξεις
αυτός / αυτή / αυτό εμπαίξει
εμείς εμπαίξουμε
εσείς εμπαίξετε
αυτοί / αυτές / αυτά εμπαίξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εμπαίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς εμπαίξτε
Απαρέμφατο αορίστου
εμπαίξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εμπαίζομαι
εσύ εμπαίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εμπαίζεται
εμείς εμπαιζόμαστε
εσείς εμπαίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εμπαίζονται
Παρατατικός
εγώ εμπαιζόμουν
εσύ εμπαιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εμπαιζόταν
εμείς εμπαιζόμασταν
εσείς εμπαιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εμπαίζονταν
Αόριστος
εγώ εμπαίχθηκα
εσύ εμπαίχθηκες
αυτός / αυτή / αυτό εμπαίχθηκε
εμείς εμπαιχθήκαμε
εσείς εμπαιχθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εμπαίχθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εμπαιχθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εμπαιχθώ
εσύ εμπαιχθείς
αυτός / αυτή / αυτό εμπαιχθεί
εμείς εμπαιχθούμε
εσείς εμπαιχθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εμπαιχθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εμπαίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εμπαίξου
εσείς εμπαιχθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εμπαιχθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary