Conjugation of εμβολιάζω
eɱ.vo.liˈa.zoεισάγω εμβόλιο σε οργανισμό για θεραπεία ή πρόληψη Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εμβολιάζω |
| εσύ | εμβολιάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εμβολιάζει |
| εμείς | εμβολιάζουμε |
| εσείς | εμβολιάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εμβολιάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | εμβολίαζα |
| εσύ | εμβολίαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εμβολίαζε |
| εμείς | εμβολιάζαμε |
| εσείς | εμβολιάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εμβολίαζαν |
Αόριστος
| εγώ | εμβολίασα |
| εσύ | εμβολίασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εμβολίασε |
| εμείς | εμβολιάσαμε |
| εσείς | εμβολιάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εμβολίασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εμβολιάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εμβολιάσω |
| εσύ | εμβολιάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εμβολιάσει |
| εμείς | εμβολιάσουμε |
| εσείς | εμβολιάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εμβολιάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | εμβολίαζε |
| εσείς | εμβολιάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εμβολίασε |
| εσείς | εμβολιάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εμβολιάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εμβολιάζομαι |
| εσύ | εμβολιάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εμβολιάζεται |
| εμείς | εμβολιαζόμαστε |
| εσείς | εμβολιάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εμβολιάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | εμβολιαζόμουν |
| εσύ | εμβολιαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εμβολιαζόταν |
| εμείς | εμβολιαζόμασταν |
| εσείς | εμβολιαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εμβολιάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | εμβολιάστηκα |
| εσύ | εμβολιάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εμβολιάστηκε |
| εμείς | εμβολιαστήκαμε |
| εσείς | εμβολιαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εμβολιάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εμβολιαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εμβολιαστώ |
| εσύ | εμβολιαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εμβολιαστεί |
| εμείς | εμβολιαστούμε |
| εσείς | εμβολιαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εμβολιαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εμβολιάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εμβολιάσου |
| εσείς | εμβολιαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εμβολιαστεί |