HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εμβολιάζω — definition

Conjugation of εμβολιάζω

Regular CEFR B2
eɱ.vo.liˈa.zo

εισάγω εμβόλιο σε οργανισμό για θεραπεία ή πρόληψη Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εμβολιάζω
εσύ εμβολιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό εμβολιάζει
εμείς εμβολιάζουμε
εσείς εμβολιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά εμβολιάζουν
Παρατατικός
εγώ εμβολίαζα
εσύ εμβολίαζες
αυτός / αυτή / αυτό εμβολίαζε
εμείς εμβολιάζαμε
εσείς εμβολιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά εμβολίαζαν
Αόριστος
εγώ εμβολίασα
εσύ εμβολίασες
αυτός / αυτή / αυτό εμβολίασε
εμείς εμβολιάσαμε
εσείς εμβολιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εμβολίασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εμβολιάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εμβολιάσω
εσύ εμβολιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό εμβολιάσει
εμείς εμβολιάσουμε
εσείς εμβολιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εμβολιάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εμβολίαζε
εσείς εμβολιάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εμβολίασε
εσείς εμβολιάστε
Απαρέμφατο αορίστου
εμβολιάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εμβολιάζομαι
εσύ εμβολιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εμβολιάζεται
εμείς εμβολιαζόμαστε
εσείς εμβολιάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εμβολιάζονται
Παρατατικός
εγώ εμβολιαζόμουν
εσύ εμβολιαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εμβολιαζόταν
εμείς εμβολιαζόμασταν
εσείς εμβολιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εμβολιάζονταν
Αόριστος
εγώ εμβολιάστηκα
εσύ εμβολιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό εμβολιάστηκε
εμείς εμβολιαστήκαμε
εσείς εμβολιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εμβολιάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εμβολιαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εμβολιαστώ
εσύ εμβολιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό εμβολιαστεί
εμείς εμβολιαστούμε
εσείς εμβολιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εμβολιαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εμβολιάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εμβολιάσου
εσείς εμβολιαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εμβολιαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary