HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εμβολίζω — definition

Conjugation of εμβολίζω

Regular CEFR B2

διατρυπώ άλλο πλοίο με έμβολο που βρίσκεται στην πλώρη του δικού μου πλοίου, προκαλώντας του ρήγμα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εμβολίζω
εσύ εμβολίζεις
αυτός / αυτή / αυτό εμβολίζει
εμείς εμβολίζουμε
εσείς εμβολίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά εμβολίζουν
Παρατατικός
εγώ εμβόλιζα
εσύ εμβόλιζες
αυτός / αυτή / αυτό εμβόλιζε
εμείς εμβολίζαμε
εσείς εμβολίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά εμβόλιζαν
Αόριστος
εγώ εμβόλισα
εσύ εμβόλισες
αυτός / αυτή / αυτό εμβόλισε
εμείς εμβολίσαμε
εσείς εμβολίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εμβόλισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εμβολίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εμβολίσω
εσύ εμβολίσεις
αυτός / αυτή / αυτό εμβολίσει
εμείς εμβολίσουμε
εσείς εμβολίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εμβολίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εμβόλιζε
εσείς εμβολίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εμβόλισε
εσείς εμβολίστε
Απαρέμφατο αορίστου
εμβολίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εμβολίζομαι
εσύ εμβολίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εμβολίζεται
εμείς εμβολιζόμαστε
εσείς εμβολίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εμβολίζονται
Παρατατικός
εγώ εμβολιζόμουν
εσύ εμβολιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εμβολιζόταν
εμείς εμβολιζόμασταν
εσείς εμβολιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εμβολίζονταν
Αόριστος
εγώ εμβολίστηκα
εσύ εμβολίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό εμβολίστηκε
εμείς εμβολιστήκαμε
εσείς εμβολιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εμβολίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εμβολιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εμβολιστώ
εσύ εμβολιστείς
αυτός / αυτή / αυτό εμβολιστεί
εμείς εμβολιστούμε
εσείς εμβολιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εμβολιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εμβολίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εμβολίσου
εσείς εμβολιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εμβολιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary