HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ελπίζω — definition

Conjugation of ελπίζω

Regular CEFR A1
elˈpi.zo

είμαι αισιόδοξος ότι θα συμβεί κάτι καλό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ελπίζω
εσύ ελπίζεις
αυτός / αυτή / αυτό ελπίζει
εμείς ελπίζουμε
εσείς ελπίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ελπίζουν
Παρατατικός
εγώ έλπιζα
εσύ έλπιζες
αυτός / αυτή / αυτό έλπιζε
εμείς ελπίζαμε
εσείς ελπίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά έλπιζαν
Αόριστος
εγώ έλπισα
εσύ έλπισες
αυτός / αυτή / αυτό έλπισε
εμείς ελπίσαμε
εσείς ελπίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έλπισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ελπίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ελπίσω
εσύ ελπίσεις
αυτός / αυτή / αυτό ελπίσει
εμείς ελπίσουμε
εσείς ελπίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ελπίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ έλπιζε
εσείς ελπίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ έλπισε
εσείς ελπίστε
Απαρέμφατο αορίστου
ελπίσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary