HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ελαφραίνω — definition

Conjugation of ελαφραίνω

Regular CEFR B2
e.laˈfɾe.no

αφαιρώ κάποιο βάρος ή απαλλάσσω κάποιον απ’ αυτό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ελαφραίνω
εσύ ελαφραίνεις
αυτός / αυτή / αυτό ελαφραίνει
εμείς ελαφραίνουμε
εσείς ελαφραίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ελαφραίνουν
Παρατατικός
εγώ ελάφρυνα
εσύ ελάφρυνες
αυτός / αυτή / αυτό ελάφρυνε
εμείς ελαφραίναμε
εσείς ελαφραίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά ελάφρυναν
Αόριστος
εγώ ελάφρυνα
εσύ ελάφρυνες
αυτός / αυτή / αυτό ελάφρυνε
εμείς ελαφρύναμε
εσείς ελαφρύνατε
αυτοί / αυτές / αυτά ελάφρυναν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ελαφρύνω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ελαφρύνω
εσύ ελαφρύνεις
αυτός / αυτή / αυτό ελαφρύνει
εμείς ελαφρύνουμε
εσείς ελαφρύνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ελαφρύνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ελάφρυνε
εσείς ελαφραίνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ελάφρυνε
εσείς ελαφρύντε
Απαρέμφατο αορίστου
ελαφρύνει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary