HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εκχύνω — definition

Conjugation of εκχύνω

Regular CEFR B1
ekˈçi.no

παθητική φωνή: εκχύνομαι: εκβάλλω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκχύνω
εσύ εκχύνεις
αυτός / αυτή / αυτό εκχύνει
εμείς εκχύνουμε
εσείς εκχύνετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκχύνουν
Παρατατικός
εγώ έκχυνα
εσύ έκχυνες
αυτός / αυτή / αυτό έκχυνε
εμείς εκχύναμε
εσείς εκχύνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έκχυναν
Αόριστος
εγώ έκχυσα
εσύ έκχυσες
αυτός / αυτή / αυτό έκχυσε
εμείς εκχύσαμε
εσείς εκχύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έκχυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκχύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκχύσω
εσύ εκχύσεις
αυτός / αυτή / αυτό εκχύσει
εμείς εκχύσουμε
εσείς εκχύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκχύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ έκχυνε
εσείς εκχύνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ έκχυσε
εσείς εκχύστε
Απαρέμφατο αορίστου
εκχύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκχύνομαι
εσύ εκχύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εκχύνεται
εμείς εκχυνόμαστε
εσείς εκχύνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εκχύνονται
Παρατατικός
εγώ εκχυνόμουν
εσύ εκχυνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εκχυνόταν
εμείς εκχυνόμασταν
εσείς εκχυνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εκχύνονταν
Αόριστος
εγώ εκχύθηκα
εσύ εκχύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό εκχύθηκε
εμείς εκχυθήκαμε
εσείς εκχυθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκχύθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκχυθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκχυθώ
εσύ εκχυθείς
αυτός / αυτή / αυτό εκχυθεί
εμείς εκχυθούμε
εσείς εκχυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εκχυθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εκχύνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εκχύσου
εσείς εκχυθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εκχυθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary